Θα χρειαστώ λίγο χρόνο. Παρακαλώ περιμένετε...
| ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ Ε.Ο.Φ: | AVELOX F.C.TAB 400MG/TAB BTx5 (PVC/PVDC/Alu) |
| ΧΟΝΔΡΙΚΗ ΤΙΜΗ: | 5,85 € € |
| ΛΙΑΝΙΚΗ ΤΙΜΗ: | 8,07 € € |
| ΚΑΤΟΧΟΣ ΑΔΕΙΑΣ: | BAYER ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ |
| BARCODE: | 2802462801014 |
Το κείμενο που ακολουθεί εξήχθη αυτόματα από το επίσημο PDF-έγγραφο πληροφοριών των αρμόδιων ρυθμιστικών αρχών (ΕΟΦ/EMA), για λόγους προσβασιμότητας (AΜΕΑ) και γρήγορης αναζήτησης.
Ο ανθρώπινος έλεγχος - στο σύνολο αυτών των εγγράφων (~15000) - ήταν δειγματοληπτικός.
Ενδέχεται να υπάρχουν σφάλματα κειμενοποίησης.
Για έγκυρα συμπεράσματα, ανατρέξτε αποκλειστικά στο επισυναπτόμενο επίσημο αρχείο PDF του ΕΟΦ ή ΕΜΑ, πατώντας ακριβώς πιο πάνω, στο κουμπί "Προβολή Αρχείου PDF".
Παρακαλούμε λάβετε υπόψη σας, ότι τα επίσημα ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ έγγραφα των ΕΟΦ/ΕΜΑ αποτελούν την απόλυτη νομική θωράκιση στις θεραπευτικές επιλογές.
Avelox 400 mg δισκία επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο
1 επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 400mg μοξιφλοξασίνης (ως υδροχλωρική). Έκδοχο με γνωστή δράση: Το επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 68 mg λακτόζη μονοϋδρική (= 66.56 mg λακτόζης) (βλέπε παράγραφο 4.4)
Για την πλήρη λίστα των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1
Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο
Κόκκιναθαμπά επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία με επιμήκες, κυρτό σχήμα με επίπεδη επιφάνεια , διαστάσεων 17 x 7 mm και με τυπωμένο το σύμβολο "Μ400" στη μία πλευρά και το όνομα "BAYER" στην άλλη.
Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Avelox 400mg ενδείκνυνται για τη θεραπεία των παρακάτω βακτηριακών λοιμώξεων σε ασθενείς ηλικίας 18 ετών και άνω προκαλούμενες από βακτήρια ευαίσθητα στη moxilfoxacin (βλέπε παραγράφους 4.4, 4.8 και 5.1).
Στις παρακάτω ενδείξεις η μοξιφλοξασίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν θεωρείται ακατάλληλη η χρήση άλλων αντιβακτηριακών παραγόντων που συνήθως συνιστώνται για την θεραπεία αυτών των λοιμώξεων:
Στις παρακάτω ενδείξεις η μοξιφλοξασίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν θεωρείται ακατάλληλη η χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων που συνιστώνται συνήθως για την αρχική θεραπεία αυτών των λοιμώξεων ή όταν αυτή έχει αποτύχει:
Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Avelox 400mg , δεν συνιστώνται για χρήση σε μονοθεραπεία ήπιας έως μέτριας πυελικής φλεγμονώδης νόσου αλλά θα πρέπει να δίνονται σε συνδυασμό με άλλους αντιβακτηριδιακούς παράγοντες (π.χ. κεφαλοσπορίνη) λόγω της αυξανόμενης αντοχής της Neisseria gonorrhoeae στη μοξιφλοξασίνη, εκτός και η αντοχή της Neisseria gonorrhoeae στη μοξιφλοξασίνη μπορεί να αποκλειστεί (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.1)
Το Avelox 400mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για να ολοκληρωθεί η θεραπεία σε ασθενείς που έχουν δείξει βελτίωση κατά τη διάρκεια της αρχικής θεραπείας με το ενδοφλέβιο διάλυμα για έγχυση Avelox στις παρακάτω ενδείξεις:
Το Avelox 400 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται σαν αρχική θεραπεία σε κανένα τύπο λοιμώξεων του δέρματος και των μαλακών μορίων ή σε σοβαρή πνευμονία της κοινότητας.
Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες σχετικά με την ορθή χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων.
Δοσολογία (ενήλικες)
Η συνιστώμενη δόση είναι ένα επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο 400mg μια φορά την ημέρα.
Νεφρική / Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια έως σοβαρού βαθμού νεφρική δυσλειτουργία ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε χρόνια διύλιση δηλαδή σε αιμοδιύλιση και σε συνεχή περιτοναιοδιύλιση σε περιπατητικούς ασθενείς (βλέπε παράγραφο 5.2 για περισσότερες λεπτομέρειες ).
Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.3).
Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας για τους ηλικιωμένους ασθενείς και σε ασθενείς με χαμηλό σωματικό βάρος.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η μοξιφλοξασίνη αντενδείκνυται σε παιδιά και εφήβους (< 18 ετών). Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της μοξιφλοξασίνης στα παιδιά και τους εφήβους δεν έχει τεκμηριωθεί. (βλέπεπαραγραφο 4.3).
Τρόπος χορήγησης
Το επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο θα πρέπει να καταπίνεται ολόκληρο, με αρκετό υγρό και μπορεί να λαμβάνεται ανεξάρτητα των γευμάτων.
Διάρκεια της θεραπείας
Τα δισκία επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο Avelox 400mg θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για τα παρακάτω χρονικά διαστήματα θεραπείας:
Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Avelox 400mg έχουν μελετηθεί σε κλινικές δοκιμές για θεραπεία διάρκειας έως και 14 ημέρες.
Διαδοχική (ενδοφλέβια ακολουθούμενη από στόματος) θεραπεία
Στις κλινικές μελέτες με διαδοχική θεραπεία οι περισσότεροι ασθενείς μετέβησαν από την ενδοφλέβια στην από στόματος θεραπεία μέσα σε 4 ημέρες ( πνευμονία της κοινότητας) ή 6 ημέρες ( επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων). Η συνολική συνιστώμενη διάρκεια της ενδοφλέβιας και της από στόματος θεραπείας είναι 7 - 14 ημέρες για την πνευμονία της κοινότητας και 7-21 ημέρες για τις επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων. Δεν θα πρέπει να υπερβαίνεται η συνιστώμενη δόση (400mg μια φορά την ημέρα) και η διάρκεια της θεραπείας για την ένδειξη που χορηγείται.
Υπερευαισθησία στη μοξιφλοξασίνη σε άλλες κινολόνες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-Κύηση και γαλουχία (βλέπε παράγραφο 4.6).
-Ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών.
-Ασθενείς με ιστορικό πάθησης ή διαταραχής των τενόντων, σχετιζόμενη με θεραπεία με κινολόνες.
Τόσο σε προκλινικές έρευνες όσο και στους ανθρώπους, έχουν παρατηρηθεί αλλαγές στην καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία με τη μορφή επιμήκυνσης του διαστήματος QT, μετά από έκθεση στη μοξιφλοξασίνη. Eπομένως, για λόγους που σχετίζονται με την ασφάλεια κατά τη χορήγηση του φαρμάκου, η μοξιφλοξασίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με:
-Συγγενή ή τεκμηριωμένη επίκτητη επιμήκυνση του διαστήματος QT.
-Διαταραχές ηλεκτρολυτών, ιδιαίτερα σε μη αποκατασταθείσα υποκαλιαιμία
-Κλινικά σημαντική βραδυκαρδία
-Κλινικά σημαντική καρδιακή ανεπάρκεια με ελαττωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας.
-Προηγούμενο ιστορικό συμπτωματικών αρρυθμιών.
H μοξιφλοξασίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα τα οποία επιμηκύνουν το διάστημα QT, (βλέπε επίσης παράγραφο 4.5.)
Λόγω των περιορισμένων κλινικών δεδομένων, η μοξιφλοξασίνη αντενδείκνυται επίσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh C) και σε ασθενείς με αύξηση των τρανσαμινασών 5 φορές από την ανώτερη φυσιολογική τιμή.
Η χρήση της μοξιφλοξασίνης θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς οι οποίοι έχουν παρουσιάσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στο παρελθόν κατά τη χρήση προϊόντων που περιέχουν κινολόνες ή φθοριοκινολόνες (βλέπε παράγραφο 4.8). Η θεραπεία αυτών των ασθενών με μοξιφλοξασίνη πρέπει να αρχίζει μόνο ελλείψει εναλλακτικών θεραπευτικών επιλογών και μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου (βλέπε επίσης παράγραφο 4.3).
To όφελος από την αγωγή με μοξιφλοξασίνη, ειδικά σε λοιμώξεις με χαμηλού βαθμού σοβαρότητας, θα πρέπει να σταθμιστεί σε σχέση με τις πληροφορίες που περιέχονται στην παράγραφο προειδοποιήσεων και προφυλάξεων.
Επιμήκυνση του διαστήματος QTc και κλινικές καταστάσεις που πιθανώς να σχετίζονται με επιμήκυνση του QTc.
Έχει δειχθεί, ότι η μοξιφλοξασίνη, επιμηκύνει το διάστημα QTc στο ηλεκτροκαρδιογράφημα ορισμένων ασθενών. Στην ανάλυση των ηλεκτροκαρδιογραφημάτων, που ελήφθησαν στο πρόγραμμα κλινικών δοκιμών, η επιμήκυνση του διαστήματος QTc με τη μοξιφλοξασίνη ήταν 6msec 26 msec, 1.4% συγκριτικά με τις αρχικές τιμές. Λόγω του ότι οι γυναίκες έχουν την τάση να εμφανίζουν ένα μεγαλύτερο αρχικό διάστημα QTc συγκριτικά με τους άνδρες, μπορεί να είναι πιο ευαίσθητες σε φάρμακα που επιμηκύνουν το διάστημα QΤc. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί επίσης να είναι πιο επιρρεπείς σε επιδράσεις στο διάστημα QTc προκαλούμενες από φάρμακα.
Φαρμακευτική αγωγή που μπορεί να μειώσει τα επίπεδα καλίου, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν μοξιφλοξασίνη (βλέπε επίσης τις παραγράφους 4.3 και 4.5). Η μοξιφλοξασίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που εμφανίζουν προαρρυθμικές καταστάσεις (ιδιαίτερα σε γυναίκες και ηλικιωμένους ασθενείς), όπως η οξεία
ισχαιμία του μυοκαρδίου ή επιμήκυνση του QT καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο κοιλιακών αρρυθμιών, συμπεριλαμβανομένης της δίκην ριπιδίου κοιλιακής ταχυκαρδίας( torsade de pointes) και καρδιακής ανακοπής (βλέπε επίσης παράγραφο 4.3)
To μέγεθος της επιμήκυνσης του QT μπορεί να αυξηθεί με αυξανόμενες συγκεντρώσεις του φαρμάκου. Επομένως, η συνιστώμενη δόση δεν θα πρέπει να υπερβαίνεται.
Αν εμφανιστούν σημεία καρδιακής αρρυθμίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μοξιφλοξασίνη, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται και να ληφθεί ηλεκτροκαρδιογράφημα.
Υπερευαισθησία / αλλεργικές αντιδράσεις
Έχουν αναφερθεί κατά την πρώτη χορήγηση φθοριοκινολονών, συμπεριλαμβανομένης και της μοξιφλοξασίνης, υπερευαισθησία και αλλεργικές αντιδράσεις. Οι αναφυλακτικές αντιδράσεις μπορούν να εξελιχθούν σε απειλητικό για τη ζωή σοκ, ακόμη και μετά την πρώτη χορήγηση. Σε αυτές τις περιπτώσεις κλινικών εκδηλώσεων σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας θα πρέπει να διακοπεί η χρήση της μοξιφλοξασίνης και να ξεκινήσει η κατάλληλη θεραπεία (π.χ. θεραπεία για το σοκ).
Σοβαρές ηπατικές δυσλειτουργίες
Έχουν αναφερθεί με τη μοξιφλοξασίνη περιπτώσεις κεραυνοβόλου ηπατίτιδας που δυνητικά εξελίσσονται σε απειλητική για τη ζωή ηπατική ανεπάρκεια (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιπτώσεων) (βλέπε παράγραφο 4.8) Οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται να επικοινωνούν με το γιατρό τους προτού συνεχίζουν τη θεραπεία εάν εμφανισθούν σημεία και συμπτώματα κεραυνοβόλου ηπατικής νόσου όπως ταχέως εξελισσόμενη ασθένεια σχετιζόμενη με ίκτερο, σκούρα ούρα, τάση αιμορραγίας ή ηπατική εγκεφαλοπάθεια.
Θα πρέπει να πραγματοποιούνται εργαστηριακοί έλεγχοι/ διερεύνηση της ηπατικής λειτουργίας σε περιπτώσεις, όπου υπάρχουν ενδείξεις ηπατικής δυσλειτουργίας.
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες
Έχουν αναφερθεί με τη μοξιφλοξασίνη σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs) συμπεριλαμβανομένης της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN: γνωστή επίσης και ως σύνδρομο Lyell’s), σύνδρομο Stevens Johnson (SJS), Οξεία Γενικευμένη Εξανθηματική Φλυκταίνωση (AGEP) και αντίδραση σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), οι οποίες μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες (βλέπε παράγραφο 4.8). Κατά τη συνταγογράφηση, οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται για τα σημεία και συμπτώματα των σοβαρών δερματικών αντιδράσεων και να παρακολουθούνται στενά. Εάν υπάρχουν σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν αυτές τις αντιδράσεις, η μοξιφλοξασίνη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και να εξετασθεί μια εναλλακτική θεραπεία. Εάν ο ασθενής έχει αναπτύξει μια σοβαρή αντίδραση όπως SJS, TEN, AGEP ή DRESS με τη χρήση της μοξιφλοξασίνης, η θεραπεία με τη μοξιφλοξασίνη δε θα πρέπει να επαναληφθεί σε αυτόν τον ασθενή ξανά.
Ασθενείς με προδιάθεση σε σπασμούς
Οι κινολόνες είναι γνωστό, ότι προκαλούν σπασμούς. Η χρήση τους πρέπει να γίνεται με προσοχή σε ασθενείς με διαταραχές του ΚΝΣ ή όταν υπάρχουν άλλοι παράγοντες κινδύνου που μπορεί να προδιαθέτουν σε σπασμούς ή να μειώνουν τον ουδό εμφάνισης σπασμών. Σε περίπτωση σπασμών, η θεραπεία με τη μοξιφλοξασίνη θα πρέπει να διακοπεί και να γίνει εφαρμογή των κατάλληλων μέτρων.
Παρατεταμένες, σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες.
Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (συνεχιζόμενων για μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες., οι οποίες επηρεάζουν διαφορετικά, ορισμένες φορές πολλαπλά συστήματα του οργανισμού (μυοσκελετικό, νευρικό, ψυχιατρικές και αισθητήριες) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν κινολόνες και φθοριοκινολόνες ανεξάρτητα από την ηλικία και προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου. H μοξιφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται αμέσως με τα πρώτα σημεία ή συμπτώματα οποιασδήποτε σοβαρής ανεπιθύμητης ενέργειας και θα πρέπει να υποδεικνύεται στους ασθενείς να επικοινωνούν με τον συνταγογράφο τους για συμβουλές.
Περιφερική νευροπάθεια
Έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν κινολόνες και φθοριοκινολόνες περιπτώσεις αισθητικής ή αισθητικοκινητικής πολυνευροπάθειας που καταλήγουν σε παραισθησία, υποαισθησία, δυσαισθησία ή αδυναμία. Ασθενείς σε θεραπεία με μοξιφλοξασίνης θα πρέπει να συμβουλεύονται να ενημερώνουν το γιατρό τους προτού συνεχίσουν τη θεραπεία εάν αναπτυχθούν τα συμπτώματα της νευροπάθειας όπως πόνος, καύσος, αίσθημα νυγμών, αιμωδία, ή αδυναμία προκειμένου να προληφθεί η εξέλιξη μιας δυνητικά μη αναστρέψιμης κατάστασης (βλέπε παράγραφο 4.8).
Ψυχιατρικές αντιδράσεις
Μπορεί να παρουσιαστούν ψυχιατρικές αντιδράσεις ακόμα και μετά την πρώτη χορήγηση κινολονών συμπεριλαμβανομένης της μοξιφλοξασίνης. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις η κατάθλιψη και οι ψυχωτικές αντιδράσεις έχουν αναπτυχθεί σε αυτοκτονικές σκέψεις και αυτοτραυματική συμπεριφορά όπως απόπειρες αυτοκτονίας (βλέπε παράγραφο 4.8). Σε περίπτωση που ο ασθενής αναπτύξει τέτοιες αντιδράσεις, η μοξιφλοξασίνη θα πρέπει να διακοπεί και να εφαρμοστούν τα κατάλληλα μέτρα.
Συνιστάται προσοχή εάν η μοξιφλοξασίνη πρόκειται να χρησιμοποιηθεί σε ψυχωτικούς ασθενείς ή σε ασθενείς με ιστορικό ψυχιατρικής νόσου.
Διάρροια σχετιζόμενη με αντιβιοτικά συμπερ. κολίτιδας
Έχει αναφερθεί διάρροια σχετιζόμενη με αντιβιοτικά (AAD) και κολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά (AAC), συμπεριλαμβανομένης της ψευδομεβρανώδους κολίτιδας και διάρροιας σχετιζόμενης με Clostridium diffiicile, σε συσχέτιση με τη χρήση αντιβιοτικών ευρέος φάσματος συμπεριλαμβανομένης της μοξιφλοξασίνης και μπορεί να κυμαίνεται σε σοβαρότητα από ήπια διάρροια μέχρι θανατηφόρα κολίτιδα. Επομένως, είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη η διάγνωση αυτή σε ασθενείς, οι οποίοι αναπτύσσουν σοβαρή διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά τη χρήση της μοξιφλοξασίνης. Σε περιπτώσεις υποψίας ή επιβεβαιωμένης διάρροιας σχετιζόμενης με αντιβιοτικά ή κολίτιδας σχετιζόμενης με αντιβιοτικά, η τρέχουσα θεραπεία με αντιβακτηριακούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της μοξιφλοξασίνης, θα πρέπει να διακόπτεται και να λαμβάνονται αμέσως επαρκή θεραπευτικά μέτρα. Επιπλέον, θα πρέπει να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα ελέγχου των λοιμώξεων για τη μείωση του κινδύνου μετάδοσης. Φάρμακα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό αντενδείκνυνται σε ασθενείς που αναπτύσσουν σοβαρή διάρροια.
Ασθενείς με μυασθένεια gravis
Η μοξιφλοξασίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μυασθένεια gravis διότι μπορεί να επιδεινωθούν τα συμπτώματα.
Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα
Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα (ειδικά αλλά όχι περιοριστικά του αχίλλειου τένοντα), ορισμένες φορές αμφοτερόπλευρη, μπορεί να παρουσιαστούν ακόμα και εντός 48 ωρών από την έναρξη της θεραπείας με κινολόνες και φθοριοκινολόνες και έχει αναφερθεί ότι συμβαίνουν ακόμα και έως αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.8). Ο κίνδυνος τενοντίτιδας και ρήξης τένοντα είναι αυξημένος στους ηλικιωμένους ασθενείς, ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ασθενείς με μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων και σε εκείνους που λαμβάνουν ταυτόχρονη αγωγή με κορτικοστεροειδή. Συνεπώς, η ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών θα πρέπει να αποφεύγεται.
Με το πρώτο σημείο τενοντίτιδας (π.χ. επώδυνο οίδημα, φλεγμονή), η θεραπεία με μοξιφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται και να εξετάζεται εναλλακτική θεραπεία. Το(α) πάσχον(τα) άκρο(α) πρέπει να υποβάλλεται στην κατάλληλη θεραπεία (π.χ. ακινητοποίηση). Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή εάν εμφανιστούν σημεία τενοντοπάθειας.
Αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμός της αορτής, και παλινδρόμηση / ανεπάρκεια καρδιακών βαλβίδων
Επιδημιολογικές μελέτες αναφέρουν αυξημένο κίνδυνο αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού της αορτής, ιδίως σε ηλικιωμένους ασθενείς, και κίνδυνο παλινδρόμησης αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας μετά τη λήψη φθοριοκινολονών. Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρίσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οποιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλέπε παράγραφο 4.8).
.
Ως εκ τούτου, οι φθοριοκινολόνες πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου και αφού πρώτα εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές σε ασθενείς με θετικό οικογενειακό ιστορικό ανευρύσματος ή συγγενούς βαλβιδοπάθειας, σε ασθενείς που έχουν διαγνωσμένο προϋπάρχον αορτικό ανεύρυσμα και/ή διαχωρισμό αορτής ή βαλβιδοπάθεια ή που παρουσιάζουν άλλους παράγοντες κινδύνου ή παθήσεις προδιάθεσης
Ο κίνδυνος εμφάνισης αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, καθώς και της ρήξης αυτών, ενδέχεται επίσης να είναι αυξημένος σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με συστημικά κορτικοστεροειδή.
Σε περίπτωση αιφνίδιου άλγους στην κοιλιά, στο στήθος ή στη ράχη, οι ασθενείς συνιστάται να προσέρχονται στα επείγοντα περιστατικά και να συμβουλεύονται άμεσα γιατρό.
Συνιστάται οι ασθενείς να αναζητούν άμεσα ιατρική βοήθεια σε περίπτωση οξείας δύσπνοιας, πρωτοεμφανιζόμενου αισθήματος καρδιακών παλμών, ή ανάπτυξης οιδήματος στην κοιλιακή χώρα ή στα κάτω άκρα.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς με νεφρικές διαταραχές θα πρέπει να κάνουν χρήση της μοξιφλοξασίνης με προσοχή αν δεν μπορούν να διατηρήσουν μια επαρκή λήψη υγρών, λόγω του ότι η αφυδάτωση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας.
Οπτικές διαταραχές
Εάν επηρεασθεί η όραση ή παρουσιαστούν άλλες επιδράσεις στα μάτια, θα πρέπει να ζητηθεί άμεσα η εκτίμηση από οφθαλμίατρο ( βλέπε παραγράφους 4.7 και 4.8).
Δυσγλυκαιμία
Όπως και με όλες τις φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί με τη μοξιφλοξασίνη διαταραχές στη γλυκόζη του αίματος συμπεριλαμβανομένης της υπογλυκαιμίας και της υπεργλυκαιμίας (βλέπε παράγραφο 4.8). Σε ασθενείς που θεραπεύονται με μοξιφλοξασίνη δυσγλυκαιμία εμφάνισαν κυρίως ηλικιωμένοι διαβητικοί ασθενείς που ελάμβαναν ταυτόχρονη θεραπεία με από στόματος υπογλυκαιμικό παράγοντα (π.χ. σουλφονυλουρία) ή με ινσουλίνη. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις
υπογλυκαιμικού κώματος. Σε διαβητικούς ασθενείς συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της γλυκόζης στο αίμα .
Πρόληψη αντιδράσεων φωτοευαισθησίας
Οι κινολόνες, έχουν δείξει, ότι προκαλούν αντιδράσεις φωτοευαισθησίας σε ασθενείς. Εντούτοις, μελέτες έχουν δείξει ότι η μοξιφλοξασίνη έχει μικρότερο κίνδυνο να προκαλέσει φωτοευαισθησία. Ωστόσο στους ασθενείς θα πρέπει να συστήνεται να αποφεύγουν την έκθεση στην ακτινοβολία UV (υπεριώδης ακτινοβολία) ή στο υπερβολικό και/ ή έντονο ηλιακό φως κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μοξιφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.8).
Ασθενείς με έλλειψη αφυδρογονάσης της 6-Φωσφορικής Γλυκόζης
Ασθενείς με οικογενειακό ιστορικό ή επιβεβαιωμένη έλλειψη αφυδρογονάσης της 6-Φωσφορικής Γλυκόζης είναι επιρρεπείς σε αιμολυτικές αντιδράσεις, όταν θεραπεύονται με κινολόνες. Επομένως, η μοξιφλοξασίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή στους ασθενείς αυτούς.
Ασθενείς με φλεγμονώδη νόσο της πυέλου
Σε ασθενείς με επιπλεγμένη φλεγμονώδη νόσο της πυέλου (π.χ. συσχετιζόμενη με σαλπιγγωοθηκικό ή πυελικό απόστημα), για την οποία κρίνεται απαραίτητη η ενδοφλέβια θεραπεία, δε συνιστάται θεραπεία με Avelox 400mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.
H φλεγμονώδης νόσος της πυέλου μπορεί να προκληθεί από Neisseria gonorrhoeae με αντοχή στις φθοριοκινολόνες. Συνεπώς σε τέτοιες περιπτώσεις η εμπειρική χορήγηση μοξιφλοξασίνης θα πρέπει να συνοδεύεται με κάποιο άλλο κατάλληλο αντιβιοτικό (π.χ. κεφαλοσπορίνη) εκτός εάν μπορεί να αποκλεισθεί η ανθεκτικότητα της Neisseria gonorrhoeae στη μοξιφλοξασίνη. Εάν δεν επιτευχθεί κλινική βελτίωση μετά από 3 ημέρες θεραπείας, η θεραπεία θα πρέπει να επανεξετάζεται.
Ασθενείς με ιδιαίτερες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων
Η κλινική αποτελεσματικότητα της ενδοφλέβιας θεραπείας με μοξιφλοξασίνη στις λοιμώξεις των σοβαρών εγκαυμάτων, στην περιτονίτιδα και στις λοιμώξεις του διαβητικού ποδιού με οστεομυελίτιδα δεν έχει τεκμηριωθεί.
Παρεμβολή σε βιολογικές εξετάσεις
Η θεραπεία με μοξιφλοξασίνη μπορεί να αλληλεπιδράσει με την καλλιέργεια Mycobacterium spp. καταστέλλοντας τη μυκοβακτηριακή ανάπτυξη προκαλώντας ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα σε δείγματα που έχουν ληφθεί από ασθενείς κατά την περίοδο που λάμβαναν μοξιφλοξασίνη.
Ασθενείς με λοιμώξεις από MRSA
Η μοξιφλοξασίνης δεν συνιστάται για τη θεραπεία των λοιμώξεων από MRSA.Σε περίπτωση υποψίας ή επιβεβαιωμένης λοίμωξης λόγω MRSA θα πρέπει να ξεκινήσει θεραπεία με τον κατάλληλο αντιβακτηριακό παράγοντα (βλέπε παράγραφο 5.1)
Παιδιατρικός πληθυσμός
Λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών στις αρθρώσεις των νεαρών ζώων (βλέπε παράγραφο 5.3), η χρήση της μοξιφλοξασίνης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών αντενδείκνυται (βλέπε παράγραφο 4.3).
Πληροφορίες για τα έκδοχα
Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο. Αυτό το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νάτριο (23 mg) ανά επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο, θεωρείται ουσιαστικά « ελεύθερο νατρίου ».
Αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα
Αθροιστική επίδραση στην επιμήκυνση του διαστήματος QT από τη μοξιφλοξασίνη και άλλα φάρμακα τα οποία μπορεί να επιμηκύνουν το διάστημα QTc δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Αυτή η επίδραση μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο κοιλιακών αρρυθμιών, ιδιαίτερα δίκην ριπιδίου κοιλιακής ταχυκαρδίας. Επομένως, η συγχορήγηση της μοξιφλοξασίνης με κάποιο από τα παρακάτω φαρμακευτικά προϊόντα αντενδείκνυται (βλέπε επίσης παράγραφο 4.3.):
Η χρήση της μοξιφλοξασίνης θα πρέπει να γίνεται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή που μπορεί να μειώσει τα επίπεδα καλίου ( π.χ διουρητικά της αγκύλης και θειαζιδικά διουρητικά, καθαρτικά και κλύσματα [υψηλών δόσεων], κορτικοστεροειδή, αμφοτερισίνη Β) ή φαρμακευτική αγωγή που σχετίζεται με κλινικά σημαντική βραδυκαρδία.
Ένα διάστημα περίπου 6 ωρών θα πρέπει να μεσολαβεί μεταξύ της χορήγησης παραγόντων, που περιέχουν δισθενή ή τρισθενή κατιόντα (π.χ. αντιόξινα που περιέχουν μαγνήσιο ή αργίλιο, δισκία διδανοσίνης, σουκραλφάτη και παράγοντες που περιέχουν σίδηρο ή ψευδάργυρο) και της χορήγησης μοξιφλοξασίνης.
Ταυτόχρονη χορήγηση ενεργού άνθρακα με από του στόματος δόση 400mg μοξιφλοξασίνης, οδηγεί σε μια εξεσημασμένη παρεμπόδιση της απορρόφησης του φαρμάκου και σε μια μειωμένη συστηματική διαθεσιμότητα του φαρμάκου περισσότερο από 80%. Επομένως η ταυτόχρονη χρήση των δύο αυτών φαρμάκων δε συνιστάται (εκτός από περιπτώσεις υπερδοσολογίας, βλέπε επίσης παράγραφο 4.9).
Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση σε υγιείς εθελοντές η μοξιφλοξασίνη αύξησε τη Cmax της διγοξίνης περίπου 30% χωρίς να επηρεάσει την AUC ή τα κατώτερα επίπεδα αυτής. Δεν χρειάζεται προφύλαξη για τη χρήση διγοξίνης.
Σε μελέτες που διεξήχθησαν σε διαβητικούς εθελοντές, ταυτόχρονη από του στόματος χορήγηση μοξιφλοξασίνης με γλιβενκλαμίδη είχε ως αποτέλεσμα μείωση περίπου 21% στις μέγιστες συγκεντρώσεις γλιβενκλαμίδης πλάσματος. Ο συνδυασμός γλιβενκλαμίδης και μοξιφλοξασίνης θεωρητικά θα μπορούσε να οδηγήσει σε ήπια και παροδική υπεργλυκαιμία. Εντούτοις, οι παρατηρούμενες φαρμακοκινητικές μεταβολές για τη γλιβενκλαμίδη δεν επέφεραν αλλαγές στις φαρμακοδυναμικές παραμέτρους (σάκχαρο αίματος, ινσουλίνη). Επομένως δεν παρατηρήθηκε καμία κλινικά σχετιζόμενη αλληλεπίδραση μεταξύ της μοξιφλοξασίνης και της γλιβενκλαμίδης.
Αλλαγές του INR
Ένας μεγάλος αριθμός περιστατικών, που δείχνει αύξηση στη δραστικότητα των από στόματος χορηγούμενων αντιπηκτικών, έχει αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιβιοτικά, ιδιαίτερα φθοριοκινολόνες, μακρολίδες, τετρακυκλίνες, κοτριμοξαζόλη και κάποιες κεφαλοσπορίνες. Οι λοιμώξεις και οι φλεγμονώδεις καταστάσεις, η ηλικία και η γενική κατάσταση του ασθενή, εμφανίζονται να είναι παράγοντες κινδύνου. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί εάν είναι η λοίμωξη ή η αντιβιοτική θεραπεία που προκαλούν τη διαταραχή του INR (διεθνής κανονικοπoιημένος λόγος). Ένα προληπτικό μέτρο θα ήταν να παρακολουθείται συχνότερα το INR.
Εάν είναι απαραίτητο, η από του στόματος δοσολογία των αντιπηκτικών θα πρέπει να προσαρμοστεί ανάλογα.
Κλινικές μελέτες έδειξαν ότι δεν υπήρξαν αλληλεπιδράσεις μετά από ταυτόχρονη χορήγηση μοξιφλοξασίνης με: ρανιτιδίνη, προβενεκίδη, από του στόματος αντισυλληπτικά, συμπληρώματα ασβεστίου, παρεντερικά χορηγούμενη μορφίνη, θεοφυλλίνη, κυκλοσπορίνη ή ιτρακοναζόλη.
In vitro μελέτες με ανθρώπινα ένζυμα του κυττοχρώματος P450, υποστήριξαν αυτά τα στοιχεία. Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα αποτελέσματα, είναι απίθανη μια μεταβολική αλληλεπίδραση μέσω των ενζύμων του κυττοχρώματος P450.
Αλληλεπίδραση με την τροφή
Η μοξιφλοξασίνη δεν έχει κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση με την τροφή, συμπεριλαμβανομένων των γαλακτοκομικών προϊόντων.
Κύηση
Η ασφάλεια της μοξιφλοξασίνης σε ανθρώπους κατά την κύηση δεν έχει διερευνηθεί. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Ο πιθανός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος. Λόγω του κινδύνου βλάβης σε πειράματα με φθοριοκινολόνες στους χόνδρους των αρθρώσεων που φέρουν το βάρος του σώματος σε νεαρά ζώα, στα οποία δεν έχει ολοκληρωθεί η ανάπτυξή τους και αναστρέψιμες βλάβες στις αρθρώσεις που έχουν περιγραφεί σε παιδιά που έχουν λάβει ορισμένες φθοριοκινολόνες, δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται η μοξιφλοξασίνη σε εγκύους γυναίκες (βλέπε παράγραφο 4.3).
Θηλασμός
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε γυναίκες που θηλάζουν ή σε γαλουχία. Προκλινικά στοιχεία έδειξαν, ότι μικρές ποσότητες μοξιφλοξασίνης απεκκρίνονται στο γάλα. Λόγω έλλειψης δεδομένων από ανθρώπους και λόγω του πειραματικά διαπιστωθέντος κινδύνου βλάβης από φθοριοκινολόνες στους χόνδρους των αρθρώσεων που φέρουν το βάρος του σώματος σε ζώα, στα οποία δεν έχει ολοκληρωθεί η ανάπτυξή τους, ο θηλασμός αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μοξιφλοξασίνη ( βλέπε παράγραφο 4.3).
Γονιμότητα
Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν δυσλειτουργία στη γονιμότητα (βλέπε παράγραφο 5.3).
Δεν έχουν γίνει μελέτες για τα αποτελέσματα της μοξιφλοξασίνης στην ικανότητα οδήγησης ή του χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, οι φθοριοκινολόνες συμπεριλαμβανομένης της μοξιφλοξασίνης μπορεί να επιφέρουν βλάβη στην ικανότητα του ασθενή να οδηγεί ή να χειρίζεται μηχανήματα, λόγω των αντιδράσεων από το ΚΝΣ (π.χ. ζάλη, οξεία παροδική απώλεια όρασης, βλέπε παράγραφο 4.8) ή οξεία και μικρής διάρκειας απώλεια συνείδησης (συγκοπή, βλέπε παράγραφο 4.8). Στους ασθενείς πρέπει να δίνεται η οδηγία, να διαπιστώνουν την αντίδρασή τους στο φάρμακο, πριν οδηγήσουν ή χειριστούν μηχανήματα.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που βασίζονται σε όλες τις κλινικές μελέτες και προέκυψαν σε αναφορές μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου με μοξιφλοξασίνη 400mg (από του στόματος και διαδοχικής θεραπείας) ταξινομούνται παρακάτω ανά κατηγορία συχνότητας.
Εκτός από τη ναυτία και τη διάρροια όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν σε συχνότητες κάτω από το 3%.
Σε κάθε ομάδα συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζοντα με φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Οι συχνότητες ορίζονται ώς εξής:
- συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10)
- όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100)
- σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000)
Κατηγορία οργάνου συστήματος (MedDRA) | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Πολύ Σπάνιες | Μη γνωστές |
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Επιλοιμώξεις λόγω ανθεκτικών βακτηρίων ή μυκήτων π.χ. στοματική και κολπική Candidiasis | ||||
Διαταραχές του αίματος | Αναιμία Λευκοπενία(ες) | Αύξηση των επιπέδων | |||
και λεμφικού συστήματος | Ουδετεροπενία Θρομβοπενία Θρομβοκυταραιμί α Ηωσινοφιλία του αίματος Επιμήκυνση του χρόνου προθρομβίνης/ αύξηση του ΙΝR | προθρομβίνης/ μείωση του ΙΝR Ακκοκιοκυταραιμ ία Πανκυτταροπενία | |||
Διαταραχές του ανοσοποιητικο ύ συστήματος | Αλλεργική αντίδραση (βλέπε παράγραφο 4.4) | Αναφυλαξία συμπερ. πολύ σπάνια απειλητικό για τη ζωή σοκ (βλέπε παράγραφο 4.4) Αλλεργικό οίδημα / αγγειοοίδημα (συμπερ. οίδημα του λάρυγγα, πιθανώς απειλητικό για τη ζωή, βλέπε παράγραφο 4.4) | |||
Ενδοκρινικές διαταραχές | Σύνδρομο Απρόσφορης Έκκρισης Αντιδιουρητικής Ορμόνης (SIADH) | ||||
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | Υπερλιπιδαιμία | Υπεργλυκαιμ ία Υπερουριχαι μία | Υπογλυκαιμία Υπογλυκαιμικό κώμα | ||
Ψυχιατρικές διαταραχές* | Αγχώδεις αντιδράσεις Ψυχοκινητική υπερδραστηριότη τα / ταραχή | Συναισθηματ ική αστάθεια Κατάθλιψη (σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις δυνητικά με αποκορύφωμ α αυτοτραυματ ική συμπεριφορά , όπως | Αποπροσωποποίη ση Ψυχωσική αντίδραση (δυνητικά με αποκορύφωμα αυτοτραυματική συμπεριφορά, όπως αυτοκτονικό ιδεασμό/σκέψεις, ή απόπειρες αυτοκτονίας, | ||
αυτοκτονικό ιδεασμό/σκέ ψεις, ή απόπειρες αυτοκτονίας, βλέπε παράγραφο 4.4) Ψευδαισθήσε ις Παραλήρημα | βλέπε παράγραφο 4.4) | ||||
Διαταραχές του νευρικού συστήματος* | Κεφαλαλγία Ζάλη | Παρκαι Δυσαισθησία Διαταραχή της γεύσης (συμπερ. αγευσία σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις) Σύγχυση και αποπροσανατολισμός Διαταραχές ύπνου (κυρίως αϋπνία) Τρόμος Ίλιγγος Υπνηλία | Υπαισθησία Διαταραχές όσφρησης (συμπερ. ανοσμία) Παράξενα όνειρα Διαταραχή συντονισμού (συμπ. διαταραχών στο βάδισμα, ιδιαίτερα λόγω ζάλης ή ιλίγγου). Σπασμοί συμπ. κρίσεων grand mal (βλέπε παράγραφο 4.4) Διαταραχή της προσοχής Διαταραχές της ομιλίας Αμνησία Περιφερική νευροπάθεια και πολυνευροπά θεια | Υπεραισθησία | |
Διαταραχές του οφθαλμού* | Διαταραχές της όρασης συμπ.διπλωπία και θολή όραση (ιδιαίτερα κατά την διάρκεια των αντιδράσεων του ΚΝΣ, βλέπε παράγραφο 4.4) | Φωτοφοβία | Παροδική απώλεια της όρασης (ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των αντιδράσεων του ΚΝΣ, βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.7) Ραγοειδίτιδα και εμφάνιση συνδρόμου οξείας αμφοτερόπλευρης ατροφίας - «διαφανοσκόπιση ς» της ίριδας (βλέπε παράγραφο 4.4) | ||
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου* | Εμβοή Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας συμπερ.κώφ ωσης ( συνήθως αναστρέψιμη ) | ||||
Καρδιακές διαταραχές** | Επιμήκυνση του διαστήματος QT σε ασθενείς με υποκαλιαιμία (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.4) | Επιμήκυνση του διαστήματος QT (βλέπε παράγραφο 4.4) Αίσθημα παλμών Ταχυκαρδία Κολπική μαρμαρυγή Στηθάγχη | Κοιλιακές ταχυαρρυθμί ες Συγκοπή (δηλ. οξεία και μικρής διάρκειας απώλεια συνείδησης) | Απροσδιόριστες αρρυθμίες Δίκην ριπιδίου κοιλιακή ταχυκαρδία (torsade de points βλέπε παράγραφο 4.4) καρδιακή ανακοπή (βλέπε παράγραφο 4.4) | |
Αγγειακές διαταραχές** | Αγγειοδιαστολή | Υπέρταση Υπόταση | Aγγειίτιδα | ||
Αναπνευστικές , θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου | Δύσπνοια (συμπερ. ασθματικών καταστάσεων) | ||||
Γαστρεντερικέ ς διαταραχές | Ναυτία Έμετος Γαστρεντερικοί και κοιλιακοί πόνοι Διάρροια | Μείωση της όρεξης και της λήψης τροφής Δυσκοιλιότητα Δυσπεψία Μετεωρισμός Γαστρίτις | Δυσφαγία Στοματίτις Κολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά (συμπερ. της ψευδομεμβρ | ||
Αύξηση της αμυλάσης | ανώδους κολίτιδας, σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις συνδεόμενη με επιπλοκές απειλητικές για τη ζωή, βλέπε παράγραφο 4.4 ) | ||||
Ηπατοχολικές διαταραχές | Αύξηση των τρανσαμινασών | Ηπατική δυσλειτουργία (συμπερ.αύξησης της LDH) Αύξηση της χολερυθρίνης Αύξηση της γ-GT Αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης του αίματος | Ίκτερος Ηπατίτιδα (κυρίως χολοστατική) | Κεραυνοβόλος ηπατίτιδα που πιθανώς να οδηγεί σε ηπατική ανεπάρκεια απειλητική για τη ζωή (συμπερ. θανατηφόρων περιπτώσεων, βλέπε παράγραφο 4.4). | |
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνησμός Εξάνθημα Κνίδωση Ξηροδερμία | Φυσαλιδώδεις δερματικές αντιδράσεις τύπου συνδρόμου Stevens-Johnson ή τοξική επιδερμική νεκρόλυση (πιθανώς απειλητική για τη ζωή, βλέπε παράγραφο 4.4) | Οξεία Γενικευμένη Εξανθηματική Φλυκταίνωση (AGEP) Αντίδραση σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) (βλ. παράγραφο 4.4), Σταθερό φαρμακευτικό εξάνθημα, Αντιδράσεις φωτοευαισθησ ίας (βλ. παράγραφο 4.4) | ||
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού* | Αρθραλγία Μυαλγία | Τενοντίτις (βλέπε παράγραφο 4.4) Κράμπες των μυών Μυϊκή σύσπαση | Ρήξη των τενόντων (βλέπε παράγραφο 4.4) Αθρίτις Μυϊκή δυσκαμψία Παρόξυνση των συμπτωμάτων της μυασθένειας | Ραβδομυόλυσ η | |
Μυϊκή αδυναμία | gravis (βλέπε παράγραφο 4.4) | ||||
Διαταραχές νεφρών και ουροποιητικού συστήματος | Αφυδάτωση | Νεφρική δυσλειτουργί α (συμπερ. αύξησης του αζώτου ουρίας και της κρεατινίνης) Νεφρική ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 4.4) | |||
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης* | Αίσθημα αδυναμίας (κυρίως ασθένεια ή κόπωση) Επώδυνες καταστάσεις (συμπερ. άλγουςστην πλάτη, στο στήθος, στην πυελική χώρα και στα άκρα Εφίδρωση | Οίδημα |
*Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (για έως μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες οι οποίες επηρεάζουν αρκετά, ορισμένες φορές πολλαπλά, οργανικά συστήματα και αισθήσεις (συμπεριλαμβανομένων αντιδράσεων όπως τενοντίτιδα, ρήξη τένοντα, αρθραλγία, πόνο στα άκρα, διαταραχή της βάδισης, νευροπάθειες σχετιζόμενες με παραισθησία και νευραλγία, κόπωση, ψυχιατρικά συμπτώματα (συμπεριλαμβανομένων διαταραχών του ύπνου, άγχους, προσβολών πανικού, κατάθλιψη και αυτοκτονικού ιδεασμού), διαταραχή της μνήμης και της συγκέντρωσης, και διαταραχή της ακοής,
της
όρασης, της γεύσης και της όσφρησης) έχουν αναφερθεί σε σύνδεση με τη χρήση κινολονών και φθοριοκινολονών σε ορισμένες περιπτώσεις ανεξάρτητα από προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου (βλέπε παράγραφο 4.4).
** Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλέπε παράγραφο 4.4).
Υπήρξαν πολύ σπάνιες περιπτώσεις των παρακάτω ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν κατά τη θεραπεία με άλλες φθοριοκινολόνες οι οποίες μπορεί πιθανώς να συμβούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μοξιφλοξασίνη: αυξημένη ενδοκράνια πίεση (συμπεριλαμβανομένης της καλοήθους ενδοκράνιας υπέρτασης), υπερνατριαιμία, υπερασβεστιαιμία, αιμολυτική αναιμία.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης
οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται παρακάτω:
Ελλάδα:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Κύπρος:
Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας
CY-1475 Λευκωσία Τηλ: +357 22608607
Φαξ: + 357 22608669
Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
Δεν συνιστώνται κάποια ειδικά μέτρα αντιμετώπισης για ακούσια υπερδοσολογία. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας πρέπει να εφαρμοστεί συμπτωματική αγωγή.
Θα πρέπει να γίνεται παρακολούθηση του ηλεκτροκαρδιογραφήματος (ECG) λόγω της πιθανότητας επιμήκυνσης του διαστήματος QT. Ταυτόχρονη χορήγηση ενεργού άνθρακα με από του στόματος δόση 400mg μοξιφλοξασίνης, θα μειώσει τη συστηματική διαθεσιμότητα του φαρμάκου περισσότερο από 80%. Η χρήση του ενεργού άνθρακα, νωρίς κατά την απορρόφηση μπορεί να είναι χρήσιμη για την αποτροπή υπερβολικής αύξησης στην συστηματική έκθεση στη μοξιφλοξασίνη σε περιπτώσεις από του στόματος υπερδοσολογίας.
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακές κινολόνες, Φθοριοκινολόνες Κωδικός ATC: J01 MΑ 14
Μηχανισμός δράσης
Η μοξιφλοξασίνη έχει in vitro δραστικότητα έναντι ενός ευρέος φάσματος θετικών κατά Gram και αρνητικών κατά Gram παθογόνων.
Η βακτηριοκτόνος δράση της μοξιφλοξασίνης είναι αποτέλεσμα της αναστολής και των δυο τύπου II τοποϊσομερασών (DNA γυράση και τοποϊσομεράση ΙV) που χρειάζεται το βακτηριακό DNA στην αντιγραφή, τη μεταγραφή και την επιδιόρθωση. Φαίνεται ότι το C8- methoxy, συμβάλλει στην αυξημένη δραστικότητα και τη μειωμένη επιλογή των ανθεκτικών στελεχών των θετικών κατά Gram βακτηρίων σε σύγκριση με το C8-H. Η παρουσία του ογκώδους υποκατάστατου δικυκλοαμίνης στη θέση C7, εμποδίζει την ενεργό εκροή, που σχετίζεται με τα nor A ή τα pmr A γονίδια που εμφανίζονται σε κάποια θετικά κατά Gram βακτήρια.
Έρευνες φαρμακοδυναμικής έδειξαν ότι η μοξιφλοξασίνη επιδεικνύει ρυθμό θανάτωσης ανάλογο της συγκέντρωσης. Ελάχιστες μικροβιοκτόνες συγκεντρώσεις (MBC) βρέθηκαν να είναι στο εύρος των ελάχιστων συγκεντρώσεων αναστολής (MIC).
Επίδραση στην ανθρώπινη εντερική χλωρίδα
Οι παρακάτω αλλαγές στην εντερική χλωρίδα παρατηρήθηκαν σε υγιείς εθελοντές μετά από του στόματος χορήγηση μοξιφλοξασίνης.
Οι Esherichia.Coli, Bacillus spp., enterococcus spp. και Klebsiella spp. μειώθηκαν, όπως και τα αναερόβια Bacteroides vulgatus, Bifidobacterium spp., Eubacterium spp. και Peptostreptococcus spp. Υπήρξε αύξηση για τα Bacteroides fragilis. Οι αλλαγές αυτές επανήλθαν στο φυσιολογικό εντός δύο εβδομάδων.
Μηχανισμοί αντοχής
Μηχανισμοί αντοχής που αδρανοποιούν τις πενικιλίνες, κεφαλοσπορίνες, αμινογλυκοσίδες, μακρολίδια και τετρακυκλίνες δεν παρεμβαίνουν με την αντιβακτηριακή δραστικότητα της μοξιφλοξασίνης.
Άλλοι μηχανισμοί αντοχής όπως οι φραγμοί διείσδυσης (σύνηθες στην Pseudomonas aeruginosa) και μηχανισμοί εκροής μπορούν επίσης να επηρεάσουν την ευαισθησία στη μοξιφλοξασίνη.
Η in vitro αντοχή στη μοξιφλοξασίνη αναπτύσσεται μέσω πολλαπλών διαδοχικών σταδίων σημειακών μεταλλάξεων στους στόχους και των δύο τύπου ΙΙ τοποϊσομερασών, της DNA γυράσης και της τοποϊσομεράσης ΙV. Η μοξιφλοξασίνη είναι ένα ανεπαρκές υπόστρωμα για τους ενεργούς μηχανισμούς εκροής, στους θετικούς κατά Gram οργανισμούς.
Διασταυρούμενη αντοχή παρατηρείται με άλλες φθοριοκινολόνες. Εντούτοις, καθώς η μοξιφλοξασίνη αναστέλλει τόσο την τοποϊσομεράση ΙΙ όσο και την ΙV με παρόμοια δραστικότητα σε κάποια θετικά κατά Gram βακτήρια, τέτοια βακτήρια μπορεί να έχουν αντοχή σε άλλες κινολόνες, αλλά να είναι ευαίσθητα στη μοξιφλοξασίνη.
Όρια ευαισθησίας
ΕUCAST κλινικά όρια MIC και όρια ευαισθησίας διάχυσης δίσκου για τη μοξιφλοξασίνη (01.01.2012):
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ | ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΙ | ΑΝΤΟΧΗ |
Staphylococcus spp. | ≤ 0,5mg/l ≥ 24 mm | >1mg/l < 21 mm |
S.pneumoniae | ≤ 0,5mg/l ≥ 22 mm | >0,5mg/l < 22 mm |
Streptococcus Groups A,B,C,G | ≤ 0,5mg/l ≥ 18 mm | >1mg/l < 15 mm |
H.influenzae | ≤ 0,5 mg/l ≥ 25 mm | > 0,5 mg/l < 25 mm |
M.catarrhalis | ≤ 0,5 mg/l ≥ 23 mm | > 0,5 mg/l < 23 mm |
Enterobacteriaceae | ≤ 0,5mg/l ≥ 20 mm | >1mg/l < 17 mm |
Όρια μη σχετιζόμενα με είδη* | ≤ 0,5mg/l | >1mg/l |
*Τα μη σχετιζόμενα με είδη όρια έχουν καθοριστεί κυρίως με βάση δεδομένα της φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής και είναι ανεξάρτητα από τις κατανομές των MIC των συγκεκριμένων είδών. Είναι για χρήση μόνο για είδη που δεν τους έχει δοθεί ένα συγκεκριμένο για το είδος τους όριο και δεν είναι για χρήση με είδη όπου τα κριτήρια ερμηνείας εκκρεμεί να καθοριστούν. | ||
Μικροβιολογική Ευαισθησία
Η επίπτωση επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά, για επιλεγμένα είδη και οι τοπικές πληροφορίες για την αντοχή είναι επιθυμητές, ιδιαίτερα για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όπου είναι απαραίτητη, συμβουλή εμπειρογνώμονα θα πρέπει να ζητηθεί όπου η τοπική επίπτωση αντοχής είναι τέτοια, ώστε η χρήση του παράγοντα σε τουλάχιστον κάποιους τύπους λοιμώξεων να είναι υπό αμφισβήτηση.
Συχνά ευαίσθητα είδη |
Αερόβιοι θετικοí κατά-gram μικρο-οργανισμοί Gardnerella vaginalis Staphylococcus aureus* (ευαίσθητος στην methicillin ) Streptococcus agalactiae (GroupB) Streptococcus milleri group* (S. anginosus, S. constellatus και S. intermedius) Streptococcus pneumoniae* Streptococcus pyogenes* (group A) Streptococcus viridans group (S. viridans, S. mutans, S. mitis, S. sanguinis, S. salivarius, S. thermophilus) |
Αερόβιοι αρνητικοί κατά-Gram μικρο-οργανισμοί Acinetobacter baumanii Ηaemophilus Influenzae* Ηaemophilus parainfluenzae* Legionella pneumophila Moraxella (Βranchamella) catarrhalis * |
Αναερόβιοι μικρο-οργανισμοί Fusobacterium spp. Prevotella spp. |
‘Άλλοι‘ μικρο-οργανισμοί Chlamydοphyla (Chlamydia) pneumoniae* Chlamydia trachomatis* Coxiella burnetii |
Mycoplasma genitalium Mycoplasma hominis Mycoplasma pneumoniae* |
Είδη για τα οποία η επίκτητη αντοχή μπορεί να είναι πρόβλημα |
Αερόβιοι θετικοί κατά-gram μικρο-οργανισμοί Enterococcus faecalis* Enterococcus faecium* Staphylococcus aureus (ανθεκτικός στην methicillin)+ |
Αερόβιοι αρνητικοί κατά-Gram μικρο-οργανισμοί Enterobacter cloacae*# Escherichia coli*# Klebsiella pneumoniae*# Klebsiella oxytoca Neisseria gonorrhoeae*+ Proteus mirabilis* |
Αναερόβιοι μικρο-οργανισμοί Bacteroides fragilis* Peptostreptococcus spp.* |
Κληρονομικά ανθεκτικοί οργανισμοί Αερόβιοι αρνητικοί κατά-Gram μικρο-οργανισμοί Pseudomonas aeruginosa |
* Έχει αποδειχθεί ικανοποιητική δράση ευαίσθητων στελεχών σε κλινικές μελέτες στις εγκεκριμένες κλινικές ενδείξεις # στελέχη που παράγουν ΕSBL είναι συνήθως ανθεκτικά στις φθοριοκινολόνες + ποσοστά αντοχής 50 % σε μία ή περισσότερες χώρες. |
Απορρόφηση και Βιοδιαθεσιμότητα
Μετά από του στόματος χορήγηση, η μοξιφλοξασίνη απορροφάται ταχέως και σχεδόν πλήρως. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα ανέρχεται περίπου στο 91%.
Η φαρμακοκινητική είναι γραμμική για εύρος μεμονωμένων δόσεων 50-800mg και έως 600mg εφάπαξ ημερησίως δόσεως για ένα διάστημα 10 ημερών. Μετά από του στόματος δόση 400mg η μέγιστη συγκέντρωση 3.1mg/l επιτυγχάνεται μέσα σε 0.5-4 ώρες μετά τη χορήγηση. Οι μέγιστες και ελάχιστες συγκεντρώσεις πλάσματος σε σταθεροποιημένη κατάσταση (400mg μια φορά την ημέρα) ήταν 3.2 και 0.6mg/l, αντίστοιχα.
Σε σταθεροποιημένη κατάσταση η έκθεση εντός του δοσολογικού διαστήματος είναι κατά προσέγγιση 30% υψηλότερη από αυτή της αρχικής δόσης.
Κατανομή
Η μοξιφλοξασίνη κατανέμεται στους εξωαγγειακούς χώρους πολύ ταχέως. Κατόπιν δόσης 400mg, παρατηρήθηκαν συγκεντρώσεις πλάσματος AUC, 35mg.h/l. Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση (Vss) είναι περίπου 2 l/kg. In vitro και ex vivo πειράματα έδειξαν δέσμευση με πρωτεΐνες περίπου 40-42%, ανεξάρτητα από τη συγκέντρωση του φαρμάκου. Η μοξιφλοξασίνη δεσμεύεται κυρίως στη λευκωματίνη του ορού.
Οι παρακάτω μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος (γεωμετρικός μέσος) παρατηρήθηκαν μετά από του στόματος χορήγηση μεμονωμένης δόσης 400mg μοξιφλοξασίνης:
Ιστός | Συγκέντρωση | Περιοχή: Αναλογία στο πλάσμα |
Πλάσμα | 3.1 mg/l | -- |
Σάλιο | 3.6 mg/l | 0.75-1.3 |
Yγρό πομφόλυγας | 1.61 mg/l | 1.71 |
Βρογχικός βλεννογόνος | 5.4 mg/kg | 1.7-2.1 |
Κυψελιδικά μακροφάγα | 56.7 mg/kg | 18.6-70.0 |
Υγρό επικαλύπτον το επιθήλιο | 20.7 mg/l | 5-7 |
Γναθιαίος κόλπος | 7.5 mg/kg | 2.0 |
Ηθμοειδής κόλπος | 8.2 mg/kg | 2.1 |
Ρινικοί πολύποδες | 9.1 mg/kg | 2.6 |
Διάμεσο υγρό | 1.02 mg/l | 0.8-1.4 2,3 |
Θηλυκή γεννητική οδός* | 10.24mg/kg | 1.724 |
*Eνδοφλέβια χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης 400mg 1 10h μετά τη χορήγηση 2 Αδέσμευτη συγκέντρωση 3 Από 3 έως 36 h μετά τη δόση 4 Mε τη λήξη της έγχυσης | ||
Βιομετασχηματισμός
Η μοξιφλοξασίνη υπόκειται σε βιομετατροπή Φάσης ΙΙ και αποβάλλεται δια της νεφρικής οδού και των χοληφόρων/κοπράνων, ως αναλλοίωτο φάρμακο καθώς και στη μορφή μιας θειικής ένωσης (Μ1) και ενός γλυκουρονιδίου (Μ2). Οι Μ1 και Μ2 είναι οι μόνοι μεταβολίτες που αφορούν τον άνθρωπο και είναι και οι δύο μικροβιολογικά αδρανείς.
Σε κλινικές μελέτες φάσης Ι και σε in vitro μελέτες δεν παρατηρήθηκαν μεταβολικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα, που υπόκεινται σε βιομετατροπή φάσης Ι, με συμμετοχή των ενζύμων του κυτοχρώματος P450.
Δεν υπάρχει ένδειξη οξειδωτικού μεταβολισμού.
Αποβολή
Η μοξιφλοξασίνη αποβάλλεται από το πλάσμα με μέση τελική ημίσεια ζωή περίπου 12 ώρες. Η μέση φαινόμενη ολική κάθαρση σώματος μετά από δόση 400 mg κυμαίνεται από 179 έως 246 ml/min. Η νεφρική κάθαρση ανέρχεται σε περίπου 24-53 ml/min, υποδηλώνοντας μερική σωληναριακή επαναρόφηση του φαρμάκου από τα νεφρά.
Κατόπιν δόσης 400 mg, η ανάκτηση από τα ούρα (περίπου 19% ως αναλλοίωτο φάρμακο, περίπου 2.5% ως M1 και περίπου 14% ως M2) και από τα κόπρανα (περίπου 25% ως αναλλοίωτο φάρμακο, περίπου 36% ως M1 και καθόλου ανάκτηση ως M2) ήταν συνολικά περίπου 96%.
Ταυτόχρονη χορήγηση μοξιφλοξασίνης με ρανιτιδίνη ή προβενεκίδη δε μετέβαλε τη νεφρική κάθαρση του μητρικού φαρμάκου.
Ηλικιωμένοι και ασθενείς με χαμηλό σωματικό βάρος
Υψηλότερες συγκεντρώσεις πλάσματος παρατηρούνται σε υγιείς εθελοντές με χαμηλό σωματικό βάρος (όπως οι γυναίκες) και σε ηλικιωμένους εθελοντές.
Νεφρική δυσλειτουργία
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της μοξιφλοξασίνης δεν μεταβάλλονται σημαντικά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένης κάθαρσης κρεατινίνης 20ml/min/1.73m2). Όσο ελαττώνεται η νεφρική λειτουργία, οι συγκεντρώσεις του μεταβολίτη Μ2 (γλυκουρονίδιο) αυξάνονται κατά έναν παράγοντα έως 2.5 (με κάθαρση κρεατινίνης 30ml/min/1.73m2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Βάσει των φαρμακοκινητικών μελετών που διεξήχθησαν μέχρις στιγμής σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (Child Pugh A, Β), δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί εάν υπάρχουν διαφορές
συγκριτικά με τους υγιείς εθελοντές. Επηρεασμένη ηπατική λειτουργία, συνοδεύτηκε με υψηλή έκθεση στο M1 στο πλάσμα, ενώ η έκθεση στο μητρικό φάρμακο ήταν συγκρίσιμη με την έκθεση σε υγιείς εθελοντές. Δεν υπάρχει επαρκής εμπειρία για την κλινική χρήση της μοξιφλοξασίνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
Eπιδράσεις στο αιμοποιητικό σύστημα (μικρή μείωση στον αριθμό των ερυθροκυτάρρων και των αιμοπεταλίων) παρατηρήθηκαν σε αρουραίους και πιθήκους. Όπως και με άλλες κινολόνες, παρατηρήθηκε σε αρουραίους, πιθήκους και σκύλους ηπατοτοξικότητα (αυξημένα ηπατικά ένζυμα και κενοτοπιώδης εκφύλιση). Τοξικότητα του ΚΝΣ εμφανίστηκε στους πιθήκους (σπασμοί). Αυτές οι επιδράσεις παρατηρήθηκαν μόνο κατόπιν θεραπείας με υψηλές δόσεις μοξιφλοξασίνης ή κατόπιν παρατεταμένης θεραπείας.
Η μοξιφλοξασίνη, όπως και άλλες κινολόνες ήταν γενοτοξική σε in vitro δοκιμασίες, χρησιμοποιώντας βακτήρια ή κύτταρα θηλαστικών. Μιας και αυτές οι επιδράσεις μπορούν να εξηγηθούν από την αλληλεπίδραση της γυράσης στα βακτήρια και σε υψηλότερες συγκεντρώσεις από μία αλληλεπίδραση με την τοποισομεράση ΙΙ σε κύτταρα θηλαστικών, η ουδός συγκέντρωσης για την γενοτοξικότητα μπορεί να προβλεφθεί στα κύτταρα των θηλαστικών. Σε in vivo δοκιμασίες δεν βρέθηκε απόδειξη γενοτοξικότητας παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκαν πολύ υψηλές δόσεις μοξιφλοξασίνης. Έτσι ένα επαρκές όριο ασφάλειας σε σχέση με τη θεραπευτική δόση στον άνθρωπο μπορεί να δοθεί. Η μοξιφλοξασίνη ήταν μη καρκινογενετική σε μία μελέτη έναρξης-προώθησης σε επίμυες.
Πολλές κινολόνες είναι φωτοαντιδραστικές και μπορούν να προκαλέσουν φωτοτοξικές, φωτομεταλλαξιογόνες και φωτοκαρκινογενετικές αντιδράσεις. Σε αντίθεση, η μοξιφλοξασίνη, έχει αποδειχθεί ότι δεν έχει φωτοτοξικές και φωτογενοτοξικές ιδιότητες όταν ερευνήθηκε σε περιεκτικά προγράμματα in-vitro και in-vivo μελετών. Κάτω από τις ίδιες συνθήκες, άλλες κινολόνες προκάλεσαν επιδράσεις.
Σε υψηλές συγκεντρώσεις, η μοξιφλοξασίνη είναι αναστολέας του ταχέως συστατικού του καθυστερημένου ανορθωτικού ρεύματος καλίου της καρδιάς και γι’αυτό μπορεί να προκαλέσει επιμηκύνσεις του διαστήματος QT. Τοξικολογικές μελέτες που έγιναν σε σκύλους χρησιμοποιώντας από του στόματος δόσεις ≥90 mg/kg, που οδήγησαν σε συγκεντρώσεις πλάσματος ≥ 16mg/l προκάλεσαν επιμηκύνσεις του διαστήματος QT, αλλά όχι αρρυθμίες. Μόνο κατόπιν πολύ υψηλής συσσωρευτικής ενδοφλέβιας χορήγησης δόσεων μεγαλύτερων από 50 φορές από την ανθρώπινη δόση (300mg/kg), που οδηγούν σε συγκεντρώσεις πλάσματος ≥200mg/l (περισσότερο από 40 φορές από τα θεραπευτικά επίπεδα), εμφανίστηκαν αναστρέψιμες, μη-θανατηφόρες κοιλιακές αρρυθμίες.
Οι κινολόνες είναι γνωστό, ότι προκαλούν βλάβες στους χόνδρους των κυριοτέρων διαρθρώσεων ζώων, που δεν έχει ολοκληρωθεί η ανάπτυξή τους. Η χαμηλότερη από του στόματος δόση μοξιφλοξασίνης, που προκαλεί τοξικότητα στις αρθρώσεις σε μικρά στην ηλικία ζώα, ήταν τετραπλάσια της μέγιστης συνιστώμενης θεραπευτικής δόσης των 400 mg (υποθέτοντας βάρος σώματος 50kg) σε μια βάση mg/kg, με συγκεντρώσεις πλάσματος δύο ή τρεις φορές υψηλότερες από αυτή στη μέγιστη θεραπευτική δόση.
Δοκιμασίες τοξικότητας σε επίμυες και πιθήκους (επαναλαμβανόμενη χορήγηση έως 6 μήνες) δεν αποκάλυψε ένδειξη σχετική με οφθαλμοτοξικό κίνδυνο. Σε σκύλους, υψηλές από του στόματος δόσεις (≥60mg/kg) που οδήγησαν σε συγκεντρώσεις πλάσματος ≥ 20mg/l, προκάλεσαν μεταβολές στο ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφημα και σε μεμονωμένες περιπτώσεις ατροφία του αμφιβληστροειδή χιτώνα.
Μελέτες αναπαραγωγής, που διενεργήθηκαν με επίμυες, κονίκλους και πιθήκους έδειξαν, ότι η μοξιφλοξασίνη διαπερνά τον πλακούντα. Μελέτες σε επίμυες(p.o & i.v.) και πιθήκους (p.o) δεν έδειξαν ενδείξεις τερατογένεσης ή διαταραχές της γονιμότητας μετά τη χορήγηση μοξιφλοξασίνης. Μια ελαφρά αυξημένη επίπτωση δυσμορφιών των σπονδύλων και των πλευρών, παρατηρήθηκε σε έμβρυα κονίκλων αλλά μόνο σε δόση (20mg /kg i.v.) η οποία ήταν σχετιζόμενη με σοβαρή μητρική τοξικότητα. Υπήρξε αύξηση στις αποβολές στους πιθήκους και κονίκλους σε ανθρώπινες θεραπευτικές συγκεντρώσεις πλάσματος. Σε αρουραίους, μειωμένα βάρη σε έμβρυα, αυξημένες προ του τοκετού αποβολές και ελαφρά αυξημένη διάρκεια κύησης και μια αύξηση στην αυτόματη δραστηριότητα ορισμένων αρσενικών και θηλυκών νεογνών παρατηρήθηκε σε δόσεις, που ήταν 63 φορές μεγαλύτερες από τη μέγιστη συνιστώμενη δόση σε βάση mg/kg σε σχέση με συγκεντρώσεις πλάσματος στο εύρος των ανθρωπίνων θεραπευτικών δόσεων.
Πυρήνας δισκίου:
Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική Καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη Λακτόζη μονοϋδρική
Μαγνήσιο στεατικό
Επικάλλυψη:
Υπρομελλόζη
Πολυαιθυλενογλυκόλη 4000 Σιδήρου οξείδιο (E172) Τιτανίου διοξείδιο (E171)
Δεν εφαρμόζεται
5 χρόνια
Κυψέλες από πολυπροπυλένιο/αλουμίνιο και χλωριούχο πολυβινύλιο / χλωριούχο πολυβινυλιδένιο / αλουμίνιο
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 250C.
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από την υγρασία.
Κυψέλες από αλουμίνιο/αλουμίνιο
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από την υγρασία.
Κουτιά που περιέχουν άχρωμα ή αδιαφανείς λευκές κυψέλες από πολυπροπυλένιο/αλουμίνιο ή άχρωμο χλωριούχο πολυβινύλιο / χλωριούχο πολυβινυλιδένιο / αλουμίνιο:
Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία διατίθενται σε κουτιά των 5, 7 και 10 δισκίων σε νοσοκομειακές συσκευασίες περιέχουσες 25 (5 5), 50 (5 10), 70 (7 10) επικαλυμμένα με λεπτό
υμένιο δισκία ή νοσοκομειακές δέσμες περιέχουσες 80 (5 συσκευασίες 16), ή 100 (10 συσκευασίες
10) επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.
Κουτιά που περιέχουν κυψέλες από αλουμίνιο / αλουμίνιο διατίθενται σε μεγέθη συσκευασίας ένα δισκίο ανά κουτί.
Μπορεί να μην είναι διαθέσιμες όλες οι συσκευασίες.
Καμία ειδική υποχρέωση
Bayer Ελλάς ABEE Αγησιλάου 6-8,
151 23 Μαρούσι, Αττική, Ελλάδα
Tηλ. 0030 210 6187 500
Ελλάδα: 36038/24-5-2011
Κύπρο: 19636
Ελλάδα
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 21 Δεκεμβρίου 1999
Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 24 Μαΐου 2011
Κύπρος
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 1 Νοεμβρίου 2004
Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 9 Μαρτίου 2012
Ελλάδα:
Κύπρος: