ΕΠΙΣΗΜΗ ΕΓΚΡΙΣΗ MICROSOFT
15s

Το Farmako OneClick™ τώρα επίσημη Εφαρμογή των Windows!

Το απόλυτο εργαλείο συνταγογράφησης για Ιατρούς & Φαρμακοποιούς εγκρίθηκε και είναι διαθέσιμο στο Microsoft Store.

Αποκλειστικά και μόνο:
Οι Επίσημες ΠΧΠ (SPC) με 1 CLICK στην οθόνης σας!
Χωρίς άλλα περιττά στοιχεία

Για όλα τα Προγράμματα Φαρμακείου Μένει διακριτικά στη γωνία κατά την εκτέλεση συνταγών, χωρίς να κρύβει το πρόγραμμά σας.
Store-Desk για Φαρμακοποιούς
Για την Ηλεκτρονική Συνταγογράφηση Δίπλα στην ΗΔΙΚΑ για άμεση εμφάνιση των επίσημων ΠΧΠ, χωρίς να επικαλύπτει τη Συνταγή
Med-Desk για Ιατρούς
Κατεβάστε το Δωρεάν από το Store 1-CLICK
Η Microsoft ενέκρινε το Farmako.net για Ιατρεία & Φαρμακεία!
Επίσημη εφαρμογή στο Microsoft Store
Λεπτομέρειες εδώ →

Θα χρειαστώ λίγο χρόνο. Παρακαλώ περιμένετε...

Φόρτωση PDF...

DESFERAL Ενέσιμο λυόφιλο 500mg/vial

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΟΥΣ, ΑΠΟ SITE Ε.Ο.Φ

(Τελευταία ενημέρωση: 31 Αυγούστου 2026)

SPC DESFERAL 500mg/vial Lyophilized Powder For Injection
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ Ε.Ο.Φ: DESFERAL LY.PD.INJ 500MG/VIAL BTx10VIAL
ΧΟΝΔΡΙΚΗ ΤΙΜΗ: 21,41 € €
ΛΙΑΝΙΚΗ ΤΙΜΗ:29,5 € €
ΚΑΤΟΧΟΣ ΑΔΕΙΑΣ: NOVARTIS (HELLAS) A.E.B.E.
BARCODE: 2800021701010

Λήψη Αρχείου PDF

Αναφορά Εγκυρότητας

Το κείμενο που ακολουθεί εξήχθη αυτόματα από το επίσημο PDF-έγγραφο πληροφοριών των αρμόδιων ρυθμιστικών αρχών (ΕΟΦ/EMA), για λόγους προσβασιμότητας (AΜΕΑ) και γρήγορης αναζήτησης.
Ο ανθρώπινος έλεγχος - στο σύνολο αυτών των εγγράφων (~15000) - ήταν δειγματοληπτικός.
Ενδέχεται να υπάρχουν σφάλματα κειμενοποίησης.
Για έγκυρα συμπεράσματα, ανατρέξτε αποκλειστικά στο επισυναπτόμενο επίσημο αρχείο PDF του ΕΟΦ ή ΕΜΑ, πατώντας ακριβώς πιο πάνω, στο κουμπί "Προβολή Αρχείου PDF".
Παρακαλούμε λάβετε υπόψη σας, ότι τα επίσημα ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ έγγραφα των ΕΟΦ/ΕΜΑ αποτελούν την απόλυτη νομική θωράκιση στις θεραπευτικές επιλογές.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ

DESFERAL® ενέσιμο λυόφιλο 500 mg/VIAL

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Desferal®

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Φιαλίδια που περιέχουν 500 mg κόνεως για διάλυμα για έγχυση Άχρωμα γυάλινα φιαλίδια των 7,5ml, με πώμα από ελαστικό.

Δραστική ουσία :

N-[5-(3-[(5-aminopentyl)-hydroxycarbamoyl]-propionami-do)pentyl]-3-([5-(Nhydroxyacetamido)pentyl]-carbamoyl)-propionohydro-xamic acid monomethane sulphonate (=desferrioxamine methane sulphonate).

Ένα φιαλίδιο περιέχει 500 mg deferoxamine mesylate (επίσης γνωστή ως desferrioxamine methane sulphonete).

Έκδοχο(α) με γνωστή δράση:

Δεν εφαρμόζεται

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Φιαλίδια που περιέχουν 500 mg δραστικής ουσίας, σε ξηρά μορφή, για ένεση.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ενδείξεις

Μονοθεραπεία δέσμευσης σιδήρου για χρόνια υπερφόρτωση σιδήρου, π.χ.

        • αιμοσιδήρωση από μεταγγίσεις, που παρατηρείται στη μείζονα θαλασσαιμία, σιδηροβλαστική αναιμία και άλλες χρόνιες αναιμίες
        • ιδιοπαθής (πρωτοπαθής) αιμοχρωμάτωση σε ασθενείς, στους οποίους συνυπάρχουσες διαταραχές (π.χ. βαρειά αναιμία, καρδιοπάθεια, υποπρωτεϊναιμία) αποκλείουν αιμαφαίρεση με φλεβοτομή.
        • υπερφόρτωση με σίδηρο, που έχει σχέση με αργή δερματική πορφυρία σε ασθενείς που δεν μπορούν να ανεχτούν αιμαφαίρεση.

Θεραπεία οξείας δηλητηρίασης από σίδηρο (Το Desferal είναι πρόσθετη θεραπεία και όχι υποκατάστατο στα κλασσικά μέτρα αντιμετώπισης της οξείας δηλητηρίασης από σίδηρο).

Θεραπεία χρόνιας υπερφόρτωσης με αργίλλιο σε ασθενείς με τελικού σταδίου νεφρική ανεπάρκεια (υπό εξωνεφρική κάθαρση συντήρησης), με :

        • οστική νόσο από αλουμίνιο
        • εγκεφαλοπάθεια από εξωνεφρική κάθαρση
        • αναιμία, που έχει σχέση με το αργίλλιο.

Διαγνωστική ένδειξη

Για τη διάγνωση της υπερφόρτωσης με σίδηρο ή αργίλλιο.

Θεραπεία για χρόνια υπερφόρτωση με σίδηρο

Ο κύριος σκοπός της θεραπείας χηλικής δέσμευσης σε υπερφόρτωση με σίδηρο σε καλά ελεγχόμενους ασθενείς είναι η διατήρηση ενός ισοζύγιου σιδήρου και η πρόληψη της αιμοσιδήρωσης, ενώ στους υπερφορτωμένους ασθενείς είναι επιθυμητό ένα αρνητικό ισοζύγιο σιδήρου έτσι ώστε να μειωθούν τα αυξημένα αποθέματα σιδήρου και να προληφθούν οι τοξικές επιδράσεις του σιδήρου.

Παιδιά και ενήλικες:

Δεν χορηγείται σε παιδιά μικρότερα των 3 ετών.

Η έναρξη της θεραπείας με Desferal συνιστάται να γίνει μετά τις πρώτες 10 - 20 μεταγγίσεις αίματος ή όταν υπάρχουν στοιχεία από την κλινική παρακολούθηση ότι είναι παρούσα χρόνια υπερφόρτωση με σίδηρο (π.χ. επίπεδο φερριτίνης στον ορό ≥1000 ng/mL). Καθυστέρηση της σωματικής ανάπτυξης μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της υπερφόρτωσης με σίδηρο ή υπερβολικών δόσεων Desferal. Εάν η χηλική δέσμευση ξεκινά σε ασθενείς κάτω των 3 ετών, η σωματική ανάπτυξη πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά και η μέση ημερήσια δόση δεν πρέπει να ξεπερνά τα 40mg/kg.

Η δοσολογία και η μέθοδος χορήγησης μπορεί να προσδιορίζονται εξατομικευμένα και να προσαρμόζονται κατά την πορεία της θεραπείας, ανάλογα με τη βαρύτητα του φορτίου σιδήρου του ασθενή.

Πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δοσολογία. Για να εκτιμηθεί η ανταπόκριση στη θεραπεία χηλικής δέσμευσης, μπορεί να ελέγχεται αρχικά κάθε ημέρα η 24ωρη απέκκριση σιδήρου από τα ούρα και να καθορίζεται η ανταπόκριση σε αυξανόμενες δόσεις Desferal. Μόλις καθοριστεί η κατάλληλη δόση, η εκτίμηση των τιμών απέκκρισης σιδήρου από τα ούρα μπορεί να γίνεται ανά διαστήματα μερικών εβδομάδων. Εναλλακτικά, η μέση ημερήσια δόση μπορεί να ρυθμιστεί σύμφωνα τα επίπεδα της φεριττίνης έτσι ώστε ο θεραπευτικός δείκτης να διατηρηθεί μικρότερος από 0,025 (δηλ. μέση ημερήσια δόση (mg/kg) του Desferal διηρημένη δια του επιπέδου φεριττίνης στον ορό (μg/L) θα πρέπει να είναι κάτω από 0,025. Ο θεραπευτικός δείκτης είναι ένα πολύτιμο εργαλείο στην προστασία των ασθενών από την υπερβάλλουσα χηλική δέσμευση, αλλά δεν αποτελεί υποκατάστατο για την προσεκτική κλινική παρακολούθηση.

Η μέση ημερήσια δοσολογία είναι συνήθως μεταξύ 20 και 60 mg/kg. Γενικά ασθενείς με επίπεδο φερριτίνης στον ορό λιγότερο από 2000 ng/mL χρειάζονται περίπου 25 mg/kg/ημέρα. Ασθενείς με τιμές φερριτίνης μεταξύ 2000 και 3000ng/mL απαιτούν 35mg/Kg/ημέρα.

Ασθενείς με υψηλότερα επίπεδα φεριττίνης μπορεί να χρειασθούν πάνω από 55mg/kg/ημέρα. Δεν συνιστάται η συχνή υπέρβαση μίας μέσης ημερήσιας δόσης των 50mg/kg/ημέρα, εκτός από τις περιπτώσεις εκείνες που απαιτείται έντονη αποσιδήρωση σε ασθενείς που έχουν συμπληρώσει την ανάπτυξη τους. Αν τα επίπεδα της φεριττίνης πέσουν κάτω από 1000ng/ml, ο κίνδυνος της τοξικότητας από το Desferal αυξάνεται. Είναι σημαντικό οι ασθενείς αυτοί να ελέγχονται με πολύ μεγάλη προσοχή και να εξετάζεται η πιθανότητα μείωσης της συνολικής εβδομαδιαίας δόσης. Οι δόσεις που προσδιορίζονται εδώ είναι οι μέσες ημερήσιες δόσεις. Επειδή οι περισσότεροι ασθενείς χρησιμοποιούν Desferal για λιγότερο από 7 ημέρες την εβδομάδα, η πραγματική δόση ανά έγχυση συνήθως διαφέρει από την μέση ημερήσια δόση π.χ. αν η μέση ημερήσια δόση που απαιτείται είναι 40mg/kg/ημέρα και ο ασθενής χρησιμοποιεί την αντλία 5 νύχτες την εβδομάδα, κάθε έγχυση πρέπει να περιέχει 56mg/kg.

Eχει αποδειχθεί ότι με τακτική δέσμευση με Desferal η αναμενόμενη διάρκεια ζωής ασθενών με θαλασσαιμία έχει βελτιωθεί.

Αργή υποδόρια έγχυση

Αργή υποδόρια έγχυση με τη χρήση μίας φορητής, ελαφριάς αντλίας έγχυσης για χρονική περίοδο 8 - 12 ωρών θεωρείται αποτελεσματική και ιδιαίτερα εύχρηστη για περιπατητικούς ασθενείς, αλλά η έγχυση μπορεί να γίνει και για περίοδο 24 ωρών.

Το Desferal πρέπει κανονικά να χορηγείται με την αντλία 5 - 7 φορές την εβδομάδα. Το Desferal δεν μπορεί να χορηγηθεί με συμπυκνωμένη υποδόρια ένεση (bolus injection).

Γηριατρική

Οι κλινικές μελέτες του Desferal δεν περιλαμβάνουν επαρκή αριθμό ατόμων με ηλικία άνω των 65 ετών ώστε κα καθοριστεί αν ανταποκρίνονται διαφορετικά σε σύγκριση με νεότερα άτομα. Γενικά η επιλογή της δόσης για έναν ηλικιωμένο ασθενή θα πρέπει να είναι προσεκτική, συνήθως να ξεκινά από το κατώτερο όριο του δοσολογικού εύρους, αντανακλώντας τη μεγαλύτερη συχνότητα ελαττωμένης ηπατικής, νεφρικής ή καρδιακής λειτουργίας και των νόσων που συνυπάρχουν καθώς και των συγχορηγούμενων φαρμάκων.

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν έχουν γίνει μελέτες σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία

Ενδοφλέβια έγχυση κατά τη διάρκεια μεταγγίσεων αίματος

Η εξασφάλιση μίας ενδοφλέβιας γραμμής κατά τη διάρκεια των μεταγγίσεων αίματος καθιστά δυνατή τη χορήγηση ενδοφλέβιας έγχυσης π.χ. για ασθενείς που δε συμμορφώνονται με και/ή δεν ανέχονται τις υποδόριες εγχύσεις.

Το διάλυμα Desferal δεν πρέπει να προστίθεται απευθείας στο αίμα της μετάγγισης. Μπορεί όμως να προστίθεται στη γραμμή του αίματος μέσω μιάς βαλβίδας σχήματος “Υ” (“Υ” adaptor) που να βρίσκεται κοντά στον φλεβοκαθετήρα. Η αντλία του ασθενούς πρέπει να χρησιμοποιείται για την χορήγηση του Desferal ως συνήθως. Εξαιτίας της μειωμένης ποσότητας φαρμάκου που μπορεί να χορηγηθεί με ενδοφλέβια έγχυση κατά τη διάρκεια μετάγγισης αίματος, το κλινικό όφελος αυτού του τρόπου χορήγησης είναι περιορισμένο. Οι ασθενείς και οι νοσηλεύτριες/νοσηλευτές πρέπει να προειδοποιούνται να μην επιταχύνουν την έγχυση, γιατί μία ενδοφλέβια συμπυκνωμένη ένεση (bolus injection) του Desferal μπορεί να προκαλέσει οξεία κυκλοφορική κατέρρειψη (collapsus). (βλ. 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την χρήση).

Συνεχής ενδοφλέβια έγχυση

Εμφυτευθέντα ενδοφλέβια συστήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν όταν διενεργείται εντατική δέσμευση. Συνεχής ενδοφλέβια έγχυση ενδείκνυται για ασθενείς, που δεν μπορούν να συνεχίσουν τις υποδόριες εγχύσεις και για εκείνους, που έχουν καρδιολογικά προβλήματα δευτεροπαθώς λόγω υπερφόρτωσης με σίδηρο. Η δόση του Desferal εξαρτάται από το βαθμό της υπερφόρτωσης με σίδηρο του ασθενή. ΄Οταν απαιτείται εντατική δέσμευση η 24ωρη απέκκριση σιδήρου από τα ούρα πρέπει να μετράται τακτικά και η δοσολογία να ρυθμίζεται ανάλογα. Προσοχή πρέπει να δίνεται όταν εκπλύνεται η γραμμή έγχυσης του αίματος, ώστε να αποφευχθεί μια ξαφνική έγχυση του πιθανώς υπολειπόμενου Desferal στο νεκρό χώρο της γραμμής έγχυσης του αίματος, επειδή κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει σε οξεία κυκλοφορική καρέρρειψη (βλ. 4.4. Ιδιαίτερες προφυλάξεις και ιδιαίτερες προειδοποιήσεις κατά τη χρήση).

Ενδομυϊκή χορήγηση

Καθώς η υποδόριες εγχύσεις είναι περισσότερο αποτελεσματικές, οι ενδομυϊκές ενέσεις χορηγούνται μόνο όταν δεν είναι δυνατή η υποδόρια έγχυση.

Οποιαδήποτε οδός χορήγησης και να επιλεγεί, η επιλογή της δοσολογίας συντήρησης σε κάθε περίπτωση θα εξαρτηθεί από το ρυθμό απέκκρισης σιδήρου του ασθενή.

Ταυτόχρονη χρήση βιταμίνης C

Οι ασθενείς με υπερφόρτωση με σίδηρο συνήθως αναπτύσουν ανεπάρκεια βιταμίνης C, προφανώς επειδή ο σίδηρος οξειδώνει τη βιταμίνη. Σαν συμπλήρωμα της δεσμευτικής θεραπείας, η βιταμίνη C μπορεί να χορηγηθεί σε δόση μέχρι 200 mg την ημέρα σε διαιρεμένες δόσεις, ξεκινώντας μετά από

τον αρχικό μήνα κανονικής θεραπείας με Desferal (βλ. Ιδιαίτερες προφυλάξεις και ιδιαίτερες προειδοποιήσεις κατά τη χρήση). Η βιταμίνη C αυξάνει τη διαθεσιμότητα του σιδήρου για δέσμευση. Γενικά, 50 mg επαρκούν για παιδιά ηλικίας κάτω των 10 ετών και 100 mg για μεγαλύτερα παιδιά.

Μεγαλύτερες δοσολογίες βιταμίνης C δεν προκαλούν επιπρόσθετη αύξηση της απέκκρισης του συμπλόκου σιδήρου.

Θεραπεία οξείας δηλητηρίασης από σίδηρο

Το Desferal είναι ένα συμπλήρωμα στα καθιερωμένα μέτρα, που χρησιμοποιούνται συνήθως για τη θεραπεία οξείας δηλητηρίασης από σίδηρο.

Η αγωγή με Desferal ενδείκνυται σε οποιαδήποτε από τις παρακάτω περιπτώσεις :

  • σε όλους τους συμπτωματικούς ασθενείς που παρουσιάζουν ήσσονα, αλλά όχι παροδικά συμπτώματα (περισσότερο από ένα επεισόδιο έμεσης ή υδαρούς κένωσης)
  • σε ασθενείς με ένδειξη ληθάργου, σημαντικό κοιλιακό άλγος, υπογκαιμία ή οξέωση
  • σε ασθενείς με θετικά ευρήματα από τον ακτινολογικό έλεγχο της κοιλίας, που αποκαλύπτουν πολλαπλές ακτινοσκιερότητες (η πλειονότητα των ασθενών αυτών θα αναπτύξουν συμπτωματική δηλητηρίαση από σίδηρο)
  • σε κάθε συμπτωματικό ασθενή με επίπεδα σιδήρου στο πλάσμα μεγαλύτερα από 300 με 350 μg/dl ανεξάρτητα από την συνολική σιδηροδεσμευτική ικανότητα του σιδήρου (TIBC). ΄Οταν τα επίπεδα σιδήρου στο πλάσμα είναι στο εύρος 300 με 500μg/dl σε ασυμπτωματικούς ασθενείς, καθώς επίσης και σε εκείνους με αυτο-περιοριζόμενη, όχι αιματηρή έμεση ή διάρροια χωρίς άλλα συμπτώματα έχει γίνει υπόδειξη για συντηρητική αγωγή χωρίς θεραπεία με Desferal.

Η συνεχής ενδοφλέβια χορήγηση του Desferal είναι η οδός χορήγησης εκλογής. Ο συνιστώμενος ρυθμός έγχυσης είναι 15mg/kg την ώρα, ο οποίος πρέπει να μειωθεί μόλις η κατάσταση (του ασθενούς) το επιτρέπει, συνήθως μετά από 4 με 6 ώρες έτσι ώστε η συνολική ενδοφλέβια δόση να μην ξεπερνά τη συνιστώμενη 80mg/kg σε οποιαδήποτε 24ωρη περίοδο.

Τα παρακάτω προτεινόμενα κριτήρια, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύουν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για τη διακοπή του Desferal. Η θεραπεία δέσμευσης σιδήρου πρέπει να συνεχίζεται μέχρις ότου πληρούνται όλα τα παρακάτω κριτήρια :

  • Ο ασθενής πρέπει να είναι ελεύθερος σημείων ή συμπτωμάτων συστηματικής δηλητηρίασης από σίδηρο (π.χ. απουσία οξέωσης και επιδείνωσης της ηπατοτοξικότητας).
  • Σε ιδανικές περιπτώσεις, ένα διορθωμένο επίπεδο σιδήρου στο πλάσμα πρέπει να είναι φυσιολογικό ή χαμηλό (δηλ.κάτω από 100μg/dl)

Δεδομένου ότι τα εργαστήρια δεν μπορούν να μετρήσουν με ακρίβεια τις συγκεντρώσεις σιδήρου παρουσία του Desferal, είναι αποδεκτό να σταματήσει η χορήγηση Desferal όταν όλα τα άλλα κριτήρια πληρούνται εφόσον τα μετρούμενα επίπεδα σιδήρου στο πλάσμα δεν είνα αυξημένα

  • Σε ασθενείς με πολλαπλές ακτινοσκιερότητες πρέπει να επαναλαμβάνεται ακτινολογική εξέταση κοιλίας και να επιβεβαιωθεί πριν τη διακοπή του Desferal ότι έχουν εξαφανισθεί, δεδομένου ότι οι ακτινοσκιερότητες χρησιμεύουν ως δείκτες για συνεχιζόμενη απορρόφηση σιδήρου.
  • Εάν ο ασθενής παρουσίασε αρχικά με θεραπεία Desferal ροδόχροα ούρα φαίνεται λογικό ότι το χρώμα των ούρων θα επανέλθει στο φυσιολογικό πριν σταματήσει το Desferal (η απουσία των ροδόχροων ούρων δεν είναι επαρκής από μόνη της για να δικαιολογήσει διακοπή του Desferal).

Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας εξαρτάται από μία επαρκή αποβολή ούρων, για να εξασφαλιστεί η απέκκριση του συμπλόκου σιδήρου Ferrioxamine από το σώμα. Εάν αναπτυχθεί ολιγουρία ή ανουρία, μπορεί να απαιτηθεί περιτοναϊκή διάλυση, αιμοδιυλιση ή αιμοδιήθηση.

Θεραπεία για χρόνια υπερφόρτωση με αργίλλιο σε ασθενείς με τελικού σταδίου νεφρική ανεπάρκεια.

Τα σύμπλοκα σιδήρου και αργιλλίου του Desferal είναι διαλυτά. Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, η αποβολή τους μπορεί να αυξηθεί με εξωνεφρική κάθαρση.

Ασθενείς με ένδειξη συμπτωμάτων ή δυσλειτουργίας οργάνων λόγω υπερφόρτωσης με αργίλλιο πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με Desferal. Ακόμη και σε ασυμπτωματικούς ασθενείς, πρέπει να γίνει σκέψη για θεραπεία με Desferal, εάν τα επίπεδα αργιλλίου στον ορό είναι σταθερά πάνω από 60 ng/mL και συνδυάζονται με ένα θετικό έλεγχο έγχυσης Desferal (βλέπε παρακάτω), ιδιαίτερα εάν τα ευρήματα της οστικής βιοψίας παρέχουν την ένδειξη παρουσίας οστικής νόσου, σχετιζόμενης με το αργίλλιο.

Το Desferal πρέπει να χορηγείται με μία εφάπαξ εβδομαδιαίως δόση των 5mg/kg (βλέπε 6.6.“Οδηγίες χρήσης/χειρισμού”). Για ασθενείς που μετά την εξέταση DFO (deferoxamine) παρουσίασαν επίπεδα αργιλλίου στον ορό μέχρι 300ng/ml, το Desferal πρέπει να χορηγηθεί με αργή ενδοφλέβια έγχυση κατά τα τελευταία 60 λεπτά μιάς συνεδρίας αιμοκάθαρσης. Για ασθενείς που παρουσιάζουν επίπεδα αργιλλίου στον ορό έως 300ng/ml, μετά την εξέταση DFO, το Desferal πρέπει να χορηγείται με αργή ενδοφλέβια έγχυση 5 ώρες πριν την συνεδρία αιμοκάθαρσης. Εφόσον συμπληρωθούν 3 μήνες αγωγής με Desferal, ακολουθούμενη από 4 εβδομάδες έκπλυσης θα πρέπει να γίνει μια δοκιμασία έγχυσης Desferal. Εφόσον, δύο διαδοχικές δοκιμασίες έγχυσης Desferal, που έγιναν σε μεσοδιάστημα ενός μηνός, παρουσιάσουν επίπεδα αργιλίου στον ορό λιγότερο από 50ng/ml άνω της τιμής αναφοράς (baseline), δεν συνιστάται η περαιτέρω συνέχιση αγωγής με Desferal.

Σε ασθενείς σε συνεχή περιτοναϊκή διάλυση (CAPD) ή συνεχή κυκλική περιτοναϊκή διάλυση (CCPD), το Desferal πρέπει να χορηγείται μία φορά την εβδομάδα με δοσολογία 5 mg/kg πριν την τελική ανταλλαγή της ημέρας. Συνιστάται η ενδοπεριτοναϊκή χορήγηση σε αυτούς τους ασθενείς. Εντούτοις, το Desferal μπορεί να χορηγηθεί με αργή ενδοφλέβια έγχυση ή υποδόρια.

Δοκιμασία Desferal

Η δοκιμασία αυτή βασίζεται στην αρχή ότι σε φυσιολογικά άτομα το Desferal δεν αυξάνει την απέκκριση σιδήρου και αργιλλίου πάνω από ένα ορισμένο όριο.

Δοκιμασία Desferal για υπερφόρτωση με σίδηρο σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.

500 mg Desferal πρέπει να ενεθούν ενδομυικά. Στη συνέχεια πρέπει να συλλεγούν τα ούρα 6ώρου και να προσδιοριστεί η περιεκτικότητά τους σε σίδηρο. Μία απέκκριση 1 - 1.5 mg σιδήρου (18 - 27 μmol) κατά τη διάρκεια αυτής της 6ωρης περιόδου υποδηλώνει υπερφόρτωση με σίδηρο. Τιμές μεγαλύτερες από 1.5 mg (27 μmol) μπορούν να θεωρηθούν σαν παθολογικές. Η δοκιμασία αποφέρει αξιόπιστα αποτελέσματα μόνο σε περιπτώσεις, όπου η νεφρική λειτουργία είναι φυσιολογική.

Δοκιμασία έγχυσης Desferal για υπερφόρτωση με αργίλλιο σε ασθενείς με τελικού σταδίου

νεφρική ανεπάρκεια.

Μία δοκιμασία έγχυσης Desferal συνιστάται σε ασθενείς με επίπεδα αργιλλίου στον ορό πάνω από 60 ng/mL που συνδυάζονται με επίπεδα φερριτίνης στον ορό πάνω από 100 ng/mL.

Μόλις πριν από την έναρξη της συνεδρίας αιμοδιυλισης, λαμβάνεται δείγμα αίματος για προσδιορισμό του αργιλλίου στον ορό, που θα χρησιμεύσει σαν τιμή αναφοράς.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 60 λεπτών της συνεδρίας αιμοδιύλυσης, χορηγείται μία δόση 5 mg/kg (βλέπε 6.6 “Οδηγίες χρήσης/χειρισμού”) σαν αργή ενδοφλέβια έγχυση.

Στην αρχή της επόμενης συνεδρίας αιμοδιύλυσης (δηλ. 44 ώρες μετά την παραπάνω έγχυση Desferal) λαμβάνεται το δεύτερο δείγμα αίματος για να προσδιοριστεί ακόμη μία φορά το επίπεδο αργιλλίου στον ορό.

Η δοκιμασία Desferal θεωρείται θετική εάν η αύξηση στο αργίλλιο του ορού ξεπεράσει τα 150 ng/mL πάνω από την τιμή αναφοράς.

Μία αρνητική δοκιμασία, όμως, δεν αποκλείει απόλυτα τη διάγνωση υπερφόρτωσης με αργίλλιο.

Γνωστή υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, εκτός όπου επιτυχής απευαισθητοποίηση καταστήσει δυνατή τη θεραπεία, ανουρία, βαριά νεφρική ανεπάρκεια, παιδιά μικρότερα των 3 ετών.

Ταχεία ενδοφλέβια έγχυση

Ταχεία ενδοφλέβια έγχυση μπορεί να οδηγήσει σε υπόταση και shock, (π.χ.έξαψη, ταχυκαρδία, κυκλοφορική κατέρρειψη και κνίδωση) .

Διαταραχές της όρασης και της ακοής

Υψηλές δοσολογίες Desferal, ιδιαίτερα σε ασθενείς με χαμηλά επίπεδα φερριτίνης στο πλάσμα, μπορεί να οδηγήσουν σε διαταραχές της όρασης και ακοής (βλέπε 4.8 “Ανεπιθύμητες ενέργειες”). Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, που υποβάλλονται σε αιμοδιύλυση συντήρησης και έχουν χαμηλά επίπεδα φερριτίνης, μπορεί να είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς σε ανεπιθύμητες ενέργειες.

Διαταραχές της όρασης έχουν αναφερθεί μετά από εφάπαξ χορήγηση Desferal. Ο κίνδυνος παρενεργειών μειώνεται όταν γίνεται θεραπεία με χαμηλή δοσολογία. Εάν εμφανιστούν οπτικές ή ακουστικές διαταραχές, το Desferal πρέπει να διακοπεί αμέσως. Οι μεταβολές που προκαλούνται από το Desferal είναι συνήθως αναστρέψιμες, εφόσον γίνουν εγκαίρως αντιληπτές. Η θεραπεία με Desferal μπορεί να ξαναρχίσει αργότερα με μειωμένη δοσολογία, με στενή παρακολούθηση της οπτικοακουστικής λειτουργίας.

Συνιστάται οφθαλμολογικός έλεγχος και έλεγχος ακοής από ειδικό πριν την έναρξη της θεραπείας με Desferal, και έπειτα σε τακτικά διαστήματα (κάθε 3 μήνες), ιδιαίτερα εάν τα επίπεδα φεριτίνης είναι χαμηλά. Ο κίνδυνος ακουομετρικών ανωμαλιών μπορεί να μειωθεί στους ασθενείς με θαλασσαιμία αν η αναλογία της μέσης ημερήσιας δόσης (mg/kg) του Desferal διαιρεμένη δια της φερριτίνης του ορού (micrograms/L) διατηρείται κάτω από 0,025.

Νεφρική δυσλειτουργία

Περίπου το ήμισυ του μεταλλικού συμπλόκου σε ασθενείς με υπερφόρτωση με σίδηρο αποβάλλεται μέσω των νεφρών. Για το λόγο αυτό συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια. Τα σύμπλοκα σιδήρου και αργιλλίου της deferoxamine διαχωρίζονται με ώσμωση και σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια η απέκκρισή τους θα αυξηθεί με εξωνεφρική κάθαρση.

Μεμονωμένα περιστατικά οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, έχουν αναφερθεί. (βλ. ανεπιθύμητες ενέργειες). Η παρακολούθηση των ασθενών για μεταβολές στην νεφρική λειτουργία (π.χ. αυξημένη κρεατινίνη ορού ) θα πρέπει να εξετάζεται.

Παιδιατρικός πληθισμός: καθυστέρηση ανάπτυξης

Ασθενείς με χαμηλά επίπεδα φερριτίνης που λαμβάνουν ταυτόχρονα υψηλή δοσολογία Desferal , ή ασθενείς νεαρής ηλικίας (< 3 ετών στην έναρξη της αγωγής) (βλέπε 4.2 “Δοσολογία και τρόπος χορήγησης” : Θεραπεία χρόνιας υπερφόρτωσης σιδήρου”) έχουν συσχετισθεί επίσης με επιβράδυνση της ανάπτυξης.

Η επιβράδυνση της σωματικής ανάπτυξης εάν συνοδεύεται από υπερβολικές δόσεις Desferal πρέπει να διαχωρισθεί από την επιβράδυνση της ανάπτυξης που οφείλεται σε υπερφόρτιση σιδήρου.

Η επιβράδυνση της ανάπτυξης από χρήση Desferal είναι σπάνια, εάν η δόση παραμένει κάτω των 40mg/kg. Εάν η επιβράδυνση της ανάπτυξης συνδυάζεται με δόσεις ανώτερες αυτής της τιμής, η μείωση της δόσης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επιστροφή της ταχύτητας ανάπτυξης, αν και το προβλεπόμενο ύψος ενήλικα δεν επιτυγχάνεται.

Οι παιδιατρικοί ασθενείς που λαμβάνουν Desferal θα πρέπει να παρακολουθούνται ως προς το σωματικό βάρος και την σε ύψος ανάπτυξη κάθε τρεις μήνες.

Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας

Έχει περιγραφεί σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας μετά από θεραπεία με υπερβολικά υψηλή ενδοφλέβια δοσολογία Desferal σε ασθενείς με οξεία δηλητηρίαση από σίδηρο, καθώς επίσης σε ασθενείς με θαλασσαιμία. Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της συνιστώμενης ημερήσιας δοσολογίας.

Λοιμώξεις

Σε ασθενείς που υποφέρουν από υπερφόρτωση σιδήρου, έχει αναφερθεί ότι το Desferal αυξάνει την ευπάθεια σε λοιμώξεις π.χ. με Yersinia enterocolitica και Yersinia pseudotuberculosis. Εάν ένας ασθενής υπό θεραπεία με Desferal αναπτύξει πυρετό, που συνοδεύεται από οξεία εντερίτιδα/εντεροκολίτιδα, διάχυτο κοιλιακό άλγος ή φαρυγγίτιδα, πρέπει να διακοπεί προσωρινά η θεραπεία, να γίνουν βακτηριολογικές εξετάσεις και να αρχίσει αμέσως η κατάλληλη θεραπεία με αντιβιοτικά. Η θεραπεία με Desferal μπορεί να ξαναρχίσει μετά την υποχώρηση της λοίμωξης.

Σπάνια περιστατικά μουκορμύκωσης, μερικά από τα οποία ήταν θανατηφόρα έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που ελάμβαναν Desferal για υπερφόρτωση με αργίλιο και/ή σίδηρο. Αν οποιαδήποτε από τα σημεία ή συμπτώματα της λοίμωξης εμφανισθούν, το Desferal πρέπει να διακοπεί, να γίνουν μυκολογικοί έλεγχοι και να αρχίσει αμέσως η κατάλληλη θεραπεία. Μουκορμύκωση παρουσιάζεται επίσης σε ασθενείς που δεν παίρνουν Desferal, πράγμα, που υποδηλώνει ότι άλλοι παράγοντες, (όπως εξωνεφρική κάθαρση, σακχαρώδης διαβήτης, διαταραχή της οξεοβασικής ισορροπίας, αιματολογικές κακοήθειες, ανοσοκατασταλτικά φάρμακα καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος), μπορούν να παίξουν ρόλο στην ανάπτυξη αυτής της λοίμωξης.

Καρδιακή δυσλειτουργία με υψηλές δόσεις βιταμίνης C

Σε ασθενείς με βαριά χρόνια υπερφόρτωση σιδήρου, έχει αναφερθεί επιδείνωση της καρδιακής λειτουργίας μετά από ταυτόχρονη θεραπεία με Desferal και υψηλές δοσολογίες βιταμίνης C (περισσότερα από 500 mg την ημέρα). Η καρδιακή δυσλειτουργία ήταν αντιστρεπτή όταν διεκόπη η βιταμίνη C. Οι ακόλουθες προφυλάξεις πρέπει να λαμβάνονται όταν χορηγούνται ταυτόχρονα Desferal και βιταμίνη C.

  • Συμπληρώματα βιταμίνης C δεν πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.
  • ΄Εναρξη θεραπείας με βιταμίνη C μόνο μετά την πάροδο του πρώτου μήνα κανονικής θεραπείας με Desferal.
  • Χορήγηση βιταμίνης C μόνον εάν ο ασθενής παίρνει κανονικά Desferal, ιδανικά αμέσως μετά την εφαρμογή της αντλίας.
  • Μην ξεπεράσετε την ημερήσια δοσολογία των 200 mg βιταμίνης C, χορηγούμενα σε διαιρεμένες δόσεις.
  • Συνιστάται έλεγχος της καρδιακής λειτουργίας, κατά τη διάρκεια συνδυασμένης θεραπείας.

Ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία για χρόνια υπερφόρτωση με αργίλιο

Σε ασθενείς με εγκεφαλοπάθεια, σχετιζόμενη με αργίλιο, υψηλές δόσεις Desferal μπορεί να επιδεινώσουν νευρολογική δυσλειτουργία (σπασμούς), πιθανώς λόγω οξείας αύξησης του κυκλοφορούντος αργιλίου (βλ. ανεπιθύμητες ενέργειες). Το Desferal μπορεί να επιδεινώσει την έναρξη της άνοιας που προέρχεται από διάλυση. Έχει αναφερθεί ότι η προθεραπεία με κλοναζεπάμη προλαμβάνει αυτήν τη νευρολογική επιδείνωση.

Επίσης η θεραπεία της υπερφόρτωσης με αργίλιο μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση του ασβεστίου στον ορό και επιδείνωση του υπερπαραθυρεοειδισμού.

Οδηγίες χρήσης και χειρισμού

Το Desferal δεν πρέπει να χορηγείται σε δοσολογίες υψηλότερες από τις συνιστώμενες. Το φάρμακο δεν πρέπει να χορηγείται σε συγκεντρώσεις υψηλότερες των 95 mg/mL όταν χορηγείται υποδόρια

λόγω του ότι αυτό αυξάνει τον κίνδυνο τοπικών αντιδράσεων κατά την υποδόρια χορήγηση (βλέπε 6.6 “Οδηγίες χρήσης/χειρισμού”). Εάν η ενδομυϊκή χορήγηση είναι η μοναδική δυνατότητα μπορεί να καθίσταται αναγκαίο να χρησιμοποιηθούν υψηλότερες συγκεντρώσεις έτσι ώστε να διευκολυνθεί η ένεση.

Στη συνιστώμενη συγκέντρωση 95 mg/mL το ανασυσταμένο διάλυμα είναι διαυγές και άχρωμο έως ελαφρά κιτρινωπό. Μόνο διαυγή διαλύματα πρέπει να χρησιμοποιούνται. Αδιαφανή ή νεφελώδη διαλύματα πρέπει να απορρίπτονται. Πρέπει να δίδεται η κατάλληλη προσοχή στην τεχνική της ένεσης.

Για υποδόρια έγχυση η βελόνα δεν πρέπει να εισάγεται πολύ κοντά στο χόριο.

Αποχρωματισμός των ούρων

Η απέκκριση του συμπλόκου του σιδήρου μπορεί να προκαλέσει κοκκινοκαφέ αποχρωματισμό των ούρων.

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές

αλληλεπίδρασης

Η ταυτόχρονη θεραπεία με Desferal και prochlorperazine, ένα παράγωγο της φαινοθειαζίνης, μπορεί να οδηγήσει σε προσωρινή έκπτωση της συνείδησης.

Σε ασθενείς με βαριά χρόνια σιδηροαθροιστική νόσο, που υφίστανται συνδυασμένη θεραπεία με Desferal και υψηλές δοσολογίες βιταμίνης C (περισσότερο απλό 500 mg την ημέρα), έχει εμφανισθεί έκπτωση της καρδιακής λειτουργίας (βλέπε 4.4 “Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση”). Αυτή απεδείχθη αναστρέψιμη όταν διεκόπη η βιταμίνη C.

Τα απεικονιστικά αποτελέσματα με γάλλιο-67 μπορεί να παραποιηθούν λόγω της ταχείας απέκκρισης από τα ούρα του δεσμευμένου με το Desferal γάλλιου-67. Συνιστάται η διακοπή του Desferal 48 ώρες πριν από το σπινθηρογράφημα.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι δηλητηρίαση με AL3+ προκαλεί μειωμένη ερυθροποίηση. Σε ασθενείς που υφίστανται αιμοδιύλιση, έχουν υπερφόρτωση με σίδηρο ή αργίλιο και κάνουν θεραπεία με Deferoxamine και ερυθροποιητίνη, μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης της ερυθροποιητίνης. Επίσης απαιτείται συχνός έλεγχος των αποθηκών Fe.

Κύηση Περίληψη Κινδύνου

Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση deferoxamine σε εγκύους ασθενείς. Μελέτες σε ζώα (κουνέλια) έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα/τερατογονικότητα (βλ. δεδομένα από πειραματόζωα). O κίνδυνος για το έμβρυο και τη μητέρα δεν είναι γνωστός.

Δεδομένα από πειραματόζωα

Η deferoxamine δεν ήταν τερατογόνος σε αρουραίους και ποντικούς. Σε έμβρυα κουνελιών που είχαν εκτεθεί στη μήτρα σε δόσεις τοξικές για τη μητέρα μόνο, βρέθηκαν δυσπλασίες του άξονα του σκελετού. Παρόλο που τα αποτελέσματα της μελέτης θεωρούνται προκαταρκτικού χαρακτήρα, η προκαλούμενη από την deferoxamine τερατογονικότητα σε κουνέλια δεν μπορεί να αποκλεισθεί υπό τις πειραματικές συνθήκες που χρησιμοποιήθηκαν.

Θηλασμός Περίληψη Κινδύνου

Δεν είναι γνωστό εάν η deferoxamine περνά στο μητρικό γάλα. Επειδή πολλά φάρμακα απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα και λόγω της δυνατότητας πρόκλησης σοβαρών ανεπιθύμητων

ενεργειών σε νεογέννητα / νήπια που θηλάζουν θα πρέπει να λαμβάνεται απόφαση σχετικά με το αν θα διακόπτεται ο θηλασμός ή η χρήση του φαρμακευτικού προϊόντος, λαμβάνοντας υπ’ όψη τη σημασία που έχει το φαρμακευτικό προϊόν για τη μητέρα.

Οι ασθενείς, που έχουν ζάλη ή άλλες διαταραχές από το Κ.Ν.Σ., ή έκπτωση της όρασης ή ακοής πρέπει να απέχουν από την οδήγηση οχήματος ή το χειρισμό μηχανημάτων (βλέπε 4.8 “Ανεπιθύμητες Ενέργειες”).

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA κατά κατηγορία/οργανικό σύστημα . Μέσα σε κάθε κατηγορία οργανικού συστήματος, οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται με σειρά συχνότητας με τη συχνότερη πρώτη. Μέσα σε κάθε ομάδα συχνότητας οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται με σειρά ελλατούμενης σοβαρότητας, Επιπρόσθετα παρέχεται η αντίστοιχη κατηγορία συχνότητας που χρησιμοποιεί την ακόλουθη συνθήκη (CIOMS III) : πολύ συχνές ( ≥ 10%), συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές ( ≥ 1/1.000,

<1/100), σπάνιες ( ≥1/10.000, 1/1.000), πολύ σπάνιες (1/10.000), συμπεριλαμβανομένων και των μεμονωμένων αναφορών «μη γνωστές» (όταν δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί με αξιοπιστία η συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου από πληθυσμό αβέβαιου μεγέθους).

Μερικά από τα σημεία και συμπτώματα που αναφέρθηκαν ως ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να αποτελούν εκδηλώσεις της υποκείμενης νόσου (υπερφόρτωση σιδήρου/αργιλίου).

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις

Σπάνιες: Μουκορμύκωση

Πολύ σπάνιες: Γαστρεντερίτιδα από Υερσίνια

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος

Πολύ σπάνιες: Αιματολογική διαταραχή (περιλαμβανομένης της

θρομβοκυτοπενίας και λευκοπενίας)

Διαταραχές του αvοσοποιητικού συστήματος

Πολύ σπάνιες: Αναφυλακτική καταπληξία, Aναφυλακτική αντίδραση,

Aγγειονευρωτικό οίδημα

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

Συχνές: Κεφαλαγία

Πολύ σπάνιες: Νευρολογικές διαταραχές που περιλαμβάνουν ζάλη, επιτάχυνση ή επιδείνωση της εγκεφαλοπάθειας που σχετίζεται με το αργίλιο περιφερική νευροπάθεια, παραισθησία,

Μη γνωστές: Σπασμός

Οφθαλμικές διαταραχές

Σπάνιες: Απώλεια της όρασης, εκφύλιση του αμφιβληστροειδούς, οπτική νευρίτιδα, καταρράκτες, μειωμένη οπτική οξύτητα, θολή όραση, νυκταλωπία, ανωμαλίες του οπτικού πεδίου, χρωματοψία, (δυσλειτουργία της έγχρωμης όρασης), θολερότητες του φακού

Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Όχι συχνές: Κώφωση, εμβοές Αγγειακές διαταραχές

Σπάνιες: Υπόταση ταχυκαρδία και καταπληξία αν δεν τηρηθούν οι προφυλάξεις για τη χορήγηση (βλ. παράγραφο 4.2)

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου

Όχι συχνές:

Σπάνιες:

Άσθμα

Οξεία αναπνευστική δυσχέρεια, πνευμονικές διηθήσεις

Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος

Συχνές: Ναυτία,

Όχι συχνές: Έμετος κοιλιακό άλγος

Πολύ σπάνιες: Διάρροια

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

Συχνές: Κνησμός

Πολύ σπάνιες: Γενικευμένο εξάνθημα

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών

Μη γνωστές: Οξεία νεφρική βλάβη, διαταραχή νεφρικών σωληναρίων αυξημένη κρεατινίνη αίματος

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης

Πολύ συχνές:

Συχνές: Όχι συχνές:

Διερευνήσεις Μη γνωστές:

Διαταραχές στο σημείο της ένεσης που περιλαμβάνουν πόνο, οίδημα, διήθηση, ερύθημα, κνησμό, εσχάρα, εφελκίδα (Βλέπε ιδιαίτερες παρατηρήσεις πίσω)

Πυρεξία

φυσαλίδες στο σημείο της ένεσης, οίδημα στο σημείο της ένεσης

Αυξημένη κρεατινίνη αίματος

Ιδιαίτερες παρατηρήσεις

Η νευροαισθητήριος κώφωση και οι εμβοές δεν είναι συχνές αν η δοσολογία διατηρείται εντός των συνιστώμενων από τις οδηγίες ορίων και μειώνεται όταν τα επίπεδα της φεριττίνης μειώνονται (η αναλογία της μέσης δόσης Desferal προς τη φεριττίνη του ορού πρέπει να είναι χαμηλότερη από 0,025)

Οι οφθαλμικές διαταραχές είναι σπάνιες εκτός αν χορηγηθούν υψηλές δόσεις (βλ. παράγραφο 4.4)

Η καθυστέρηση της ανάπτυξης και η οστικές διαταραχές (π.χ. μεταφυσιακή δυσπλασία) είναι συχνή σε δόσεις άνω των 60 mg/kg ιδιαίτερα σε ασθενείς στους οποίους χηλική δέσμευση του σιδήρου ξεκινά κατά τα 3 πρώτα έτη ζωής. Ο κίνδυνος θεωρείται μειωμένος με δόσεις 40mg/kg ή χαμηλότερες

Στο σημείο ένεσης, πόνος, οίδημα, διήθηση, ερύθημα, κνησμός, εσχάρα/εφελκίδα είναι πολύ κοινές ενώ φυσαλίδες, τοπικό οίδημα και καύσος είναι όχι συχνές αντιδράσεις.

Οι τοπικές αντιδράσεις μπορεί να συνοδεύονται με συστηματικές αντιδράσεις όπως αρθραλγία/μυαλγία (πολύ κοινές), κεφαλαλγία (συχνή), κνίδωση πολύ συχνή), ναυτία (συχνή) , πυρετό (συχνή), έμετο (όχι συχνή), κοιλιακό άλγος (όχι συχνή) ή άσθμα (όχι συχνή).

Η απέκκριση του συμπλοκή του σιδήρου μπορεί να προκαλέσει κοκκινοκαφέ χρωματισμό των ούρων

Σπασμοί έχουν αναφερθεί κυρίως σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση με υπερφόρτωση αργιλίου (βλ. παράγραφο 4.4)

Σπάνια περιστατικά αυξημένων τρανσαμινασών έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με Desferal, εν τούτοις δεν έχει τεκμηριωθεί συσχετισμός με το φάρμακο

Ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία για χρόνια υπερφόρτωση με αργίλιο

Η θεραπεία της υπερφόρτωσης με αργίλιο μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση του ασβεστίου στον ορό και επιδείνωση του υπερπαραθυρεοειδισμού.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284

GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337

Φαξ: + 30 21 06549585

Ιστότοπος: http://www.eof.gr

Σημεία και συμπτώματα

Εξ αμελείας υπερδοσολόγηση ή εξ αμελείας χορήγηση ενδοφλέβιου bolus (συμπυκνωμένη δόση, ταχεία ενδοφλέβια έγχυση) μπορεί να συσχετισθεί με υπόταση, ταχυκαρδία και γαστρεντερικές διαταραχές, οξεία, αλλά παροδική απώλεια της όρασης, αφασία, διέγερση, πονοκέφαλο, ναυτία, βραδυκαρδία, όπως και οξεία νεφρική ανεπάρκεια. (βλ. ανεπιθύμητες ενέργειες)

Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας έχει περιγραφεί μετά από θεραπεία με ιδιαίτερα υψηλές ενδοφλέβιες δόσεις Desferal σε ασθενείς με οξεία δηλητηρίαση από σίδηρο, και επίσης σε θαλασσαιμικούς ασθενείς (βλ. επίσης ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση)

Θεραπεία

Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο. Το Desferal πρέπει να διακόπτεται και να παίρνονται τα κατάλληλα συμπτωματικά μέτρα.

Το Desferal μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοκάθαρση.

Προσοχή! Επιβάλλεται η φύλαξη όλων των φαρμάκων μακριά από τα παιδιά . Τηλ. του “Κέντρου Δηλητηριάσεων”: 210 7793777.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία:

Χηλικός Δεσμευτικός παράγοντας. κωδικός ATC : V03AC01

Μηχανισμός δράσης

Η Deferoxamine (DFO) σχηματίζει σύμπλοκα κατά κύριο λόγο με ferric iron και τρισθενή ιόντα του αργιλίου. Οι σταθερές σχηματισμού συμπλόκων είναι 1031 και 1025, αντίστοιχα. Η χημική συγγένεια της DFO με δισθενή ιόντα, όπως Fe2+, Cu2+, Zn2+, Ca2+ είναι ουσιαστικά χαμηλότερη (σταθερές σχηματισμού συμπλόκων 1014 ή λιγότερο). Η δέσμευση επιτελείται σε βάση μάζης 1:1, έτσι ώστε 1 g DFO να μπορεί θεωρητικά να δεσμεύει 85 mg ferric iron ή 41 mg Al3+.

Λόγω των δεσμευτικών ιδιοτήτων της, η DFO έχει τη δυνατότητα ν’αφαιρεί το σίδηρο, είτε στο πλάσμα, είτε στα κύτταρα, σχηματίζοντας έτσι το σύμπλοκο ferrioxamine (FO). Απέκκριση σιδήρου από τα ούρα από FO αντανακλά κατά κύριο λόγο το σίδηρο που προέρχεται από την ανακύκλωση του σιδήρου από του πλάσματος, ενώ ο σίδηρος των κοπράνων αντανακλά κυρίως δέσμευση ενδοηπατικού σιδήρου. Ο σίδηρος δύναται να δεσμευτεί από την φερριτίνη και αιμοσιδηρίνη, αλλά η

δέσμευση είναι αργή σε σχετικές κλινικές συγκεντρώσεις της DFO. H DFO, όμως, δεν αφαιρεί σίδηρο από την τρανσφερρίνη ή την αιμοσφαιρίνη ή από άλλες ουσίες, που περιέχουν αίμη.

H DFO μπορεί επίσης να κινητοποιεί και να δεσμεύει αργίλλιο, σχηματίζοντας ένα σύμπλοκο aluminoxamine (AlO).

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Επειδή τα δύο συμπλοκα, με σίδηρο και αργίλιο, αποβάλλονται πλήρως, η DFO προάγει την απέκκριση του σιδήρου και του αργιλίου από τα ούρα και τα κόπρανα και έτσι μειώνει τα παθολογικά αποθέματα σιδήρου ή αργιλίου στα όργανα.

Απορρόφηση

Η DFO απορροφάται γρήγορα μετά από γρήγορη (bolus) ενδομυική ένεση ή αργή υποδόρια έγχυση, αλλά μόνον ελάχιστα απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα σε παρουσία άθικτου βλεννογόνου. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι μικρότερη από 2% μετά από στοματική χορήγηση 1g DFO.

Κατά τη διάρκεια περιτοναϊκής διάλυσης η DFO απορροφάται, εάν χορηγηθεί στο υγρό διάλυσης.

Κατανομή

Σε υγιείς εθελοντές μετρήθηκαν μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα 15.5 μmol/L (8.7μg/mL) 30 λεπτά μετά από μία ενδομυική ένεση 10 mg/kg DFO. Μία ώρα μετά την ένεση, η μέγιστη συγκέντρωση FO ήταν 3,7 μmol/L (2,3 μg/mL). Mετά από ενδοφλέβια έγχυση 2g (περίπου 29mg/kg) DFO σε υγιείς εθελοντές σε 2 ώρες, επετεύχθη μέση σταθερής κατάστασης (steady state) συγκέντρωση της DFO 30,5μmol/L, η κατανομή της DFO είναι πολύ γρήγορη με μέση κατανομή ημιζωής 0,4 ωρών.

Λιγότερο από 10% της DFO δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του ορού in vitro.

Βιομετασχηματισμός

Τέσσερις μεταβολίτες της DFO απομονώθηκαν και καθορίσθηκαν από τα ούρα ασθενών με υπερφόρτωση σιδήρου. Οι ακόλουθες αντιδράσεις βιομετατροπής βρέθηκε ότι επιτελέσθηκαν με DFO: Τρανσαμίνωση και οξείδωση, που παρήγε έναν οξυμεταβολίτη, β-οξείδωση, που παρήγε επίσης έναν οξυμεταβολίτη, αποκαρβοξυλίωση και Ν-υδροξυλίωση, που παρήγαν ουδέτερους μεταβολίτες.

Αποβολή

Τόσο η DFO, όσο και η FO έχουν διφασική αποβολή μετά ενδομυϊκή ένεση σε υγιείς εθελοντές. Η εμφανούς κατανομής ημιπερίοδος ζωής για την DFO είναι 1 ώρα και για την FO 2,4 ώρες . Η εμφανούς λήξης ημιπερίοδος ζωής είναι 6 ώρες και για τις δύο. Εντός 6 ωρών από την ένεση, το 22% της δόσης εμφανίζεται στα ούρα σαν DFO και το 1% ως FO.

Χαρακτηριστικά στους ασθενείς

Σε ασθενείς με αιμοχρωμάτωση μετρήθηκαν μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα 7,0 μmol/L (3,9 μg/mL) για την DFO και 15,7 μmol/L (9,6 μg/mL) για την FO, 1 ώρα μετά μία ενδομυική ένεση 10 mg/kg DFO. Οι ασθενείς αυτοί απέβαλλαν DFO και FO με ημιζωές 5,6 και 4,6 ώρες, αντίστοιχα. Εντός 6 ωρών από την ένεση το 17% της δόσης απεκκρίθηκε από τα ούρα σαν DFO και το 12% σαν FO.

Σε ασθενείς με θαλασσαιμία συνεχής ενδοφλέβια έγχυση DFO 50mg/kg/24hrs είχε σαν αποτέλεσμα επίπεδα σταθερότητας στο πλάσμα της DFO 7,4μmol/L (4,1 g/mL). Αφαίρεση του DFO από το πλάσμα ήταν διφασική με μέση ημιζωή κατανομής 0,28 ώρες και εμφανούς λήξης ημιζωή 3,0 ώρες. Η ολική κάθαρση πλάσματος ήταν 0,5L/h/kg και ο όγκος κατανομής σε κατάσταση σταθερότητας υπολογίσθηκε σε 1,35L/kg. Εκθεση στον κύριο δεσμευτικό μεταβολίτη του σιδήρου ήταν περίπου το 54% εκείνης του DFO, σε σχέση με το AUC (Area under curve = εμβαδόν κάτω της καμπύλης). Η ημιζωή εμφανούς μονοεκθετικής αποβολής του μεταβολίτη ήταν 1,3 ώρες.

Σε ασθενείς, που υποβλήθηκαν σε εξωνεφρική κάθαρση για νεφρική ανεπάρκεια, που έλαβαν 40 mg/kg DFO με ενδοφλέβια έγχυση μέσα σε 1 ώρα, η συγκέντρωση στο πλάσμα στο τέλος της εγχυσης ήταν 152 μmol/L (85,2 μg/L), όταν γινόταν ή έγχυση μεταξύ των συνεδριών εξωνεφρικής κάθαρσης. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα DFO ήταν μεταξύ 13% - 27% χαμηλότερες όταν η έγχυση γινόταν κατά τη διάρκεια της εξωνεφρικής κάθαρσης. Οι συγκεντρώσεις της FO σε όλες τις περιπτώσεις ήταν περίπου 7,0 μmol/L (4,3 μg/mL) και της AlO 2 - 3 μmol/L (1,2 - 1,8 μg/mL). Μετά τη διακοπή της έγχυσης, οι συγκεντρώσεις DFO στο πλάσμα μειώθηκαν γρήγορα με ημιζωή 20 λεπτά. Ενα μικρότερο κλάσμα της δόσης αποβλήθηκε με μεγαλύτερη ημιζωή 14 ώρες. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της AlO εξακολούθησαν ν’ αυξάνουν μέχρι 48 ώρες μετά την έγχυση και έφθασαν τιμές περίπου 7 μmol/L (4 μg/mL). Μετά την εξωνεφρική κάθαρση οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της AlO έπεσαν σε 2,2 μmol/L (1,3 μg/mL).

Κλινικές μελέτες

Η deferoxamine χρησιμοποιήθηκε ως φάρμακο σύγκρισης σε μια τυχαιοποιημένη διάρκειας ενός έτους κλινική μελέτη που διερεύνησε τη χρήση ενός άλλου χηλικού παράγοντα του σιδήρου (deferasirox) σε ασθενείς με β-θαλασσαιμία και αιμοσιδήρωση από μετάγγιση. Συνολικά 290 ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με υποδόρια deferoxamine σε δόση έναρξης 20 έως 60 mg/kg για 5 ημέρες την εβδομάδα. Η μελέτη έδειξε δοσοεξαρτώμενη επίδραση της deferoxamine στα επίπεδα φερριτίνης , τη συγκέντρωση σιδήρου στο ήπαρ και το ποσοστό απέκκρισης του σιδήρου.

Η deferoxamine ήταν επίσης φάρμακο σύγκρισης σε μία δεύτερη ανοιχτή, τυχαιοποιημένη διάρκειας ενός έτους μελέτη που διερεύνησε τη χρήση του deferasirox σε ασθενείς με δρεπανοκυτταρική αναιμία και αιμοσιδήρωση από μεταγγίσεις. Συνολικά 63 ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με υποδόρια deferoxamine με δόση έναρξης 20 έως 60 mg/kgγια τουλάχιστον 5 ημέρες την εβδομάδα. Κατά το τέλος της μελέτης η μέση μεταβολή στη συγκέντρωση σιδήρου στο ήπαρ (LIC) ήταν -0,7mg Fe/g ξηρού βάρους.

Η υποδόρια χορήγηση υψηλών δόσεων deferoxamine σε αρουραίους, σκύλους και γάτες για αρκετές εβδομάδες προκάλεσαν σκιερότητα οπτικού φακού με δημιουργία καταρράκτη.

Σε in vitro (Ames test) και in vivo (μικροπυρηνική δοκιμή σε αρουραίους) δοκιμές, δεν παρουσιάστηκαν γονοτοξικές/μεταλλαξιογόνες δράσεις λόγω deferoxamine.

Μακροχρόνιες μελετες για καρκινογένεση δεν έχουν γίνει.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Δεν εφαρμόζεται.

      • Ενέσιμο διάλυμα ηπαρίνης. Δεν θα πρέπει να αναμιγνύεται ή να εγχέεται μέσω της ίδιας ενδοφλέβιας γραμμής.
      • Ο φυσιολογικός ορός (0.9%) δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σαν διαλύτης για την ξηρά ουσία, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί μετά την ανασύσταση του διαλύματος Desferal με ενέσιμο ύδωρ, για μεγαλύτερη αραίωση.

      • του έτοιμου προς πώληση προϊόντος : 36 μήνες
      • μετά την ανασύσταση: Δεν πρέπει να φυλάσσεται για περισσότερο

από 24 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου (250C ή λιγότερο).

Να μην φυλάσσεται σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 250C. Ενα φιαλίδιο είναι μόνο μιάς χρήσης.

Το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως μετά την ανασύσταση (έναρξη της αγωγής εντός 3 ωρών). Οταν η ανασύσταση ολοκληρωθέι κάτω από επικυρωμένες άσηπτες συνθήκες, το προϊόν μπορεί να φυλαχθεί για μέγιστη περίοδο 24 ωρών σε θερμοκρασία δωματίου πριν την χορήγηση.

Το Desferal πρέπει να φυλάσσεται σε μέρη απρόσιτα στα παιδιά.

Αχρωμα γυάλινα φιαλίδια μεγέθους 7,5 mL, με ελαστικά πώματα.

Κάθε κουτί περιέχει 10 φιαλίδια με 500 mg δραστικής ουσίας το καθένα.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Οταν το φάρμακο χρησιμοποιείται παρεντερικά, πρέπει να χρησιμοποιηθεί σε μορφή διαλύματος 95 mg/mL σε ενέσιμο ύδωρ εκτός εάν προορίζεται για ενδομυϊκή χορήγηση όπου μια υψηλότερη συγκέντρωση μπορεί να είναι απαραίτητη.

Η προετοιμασία της κόνεος για ενέσιμο διάλυμα παρουσιάζεται στους πίνακες 1 και 2 για υποδόριες, ενδοφλέβιες και ενδομυϊκές χορηγήσεις αντίστοιχα. Αφού η κατάλληλη ποσότητα ενέσιμου ύδατος έχει ενεθεί στο φιαλίδιο που περιέχει τη σκόνη Desferal το φιαλίδιο ανακινείται καλά. Μόνο διαυγή και άχρωμα έως ελαφρά κιτρινωπά διαλύματα πρέπει να χρησιμοποιούνται.

Πίνακας-1: προετοιμασία για υποδόριες και ενδοφλέβιες χορηγήσεις

ΑΝΑΣΥΣΤΑΣΗ DESFERAL ΜΕ ΑΠΟΣΤΕΙΡΩΜΕΝΟ ΕΝΕΣΙΜΟ ΥΔΩΡ

Μέγεθος φιαλιδίου

Ποσότητα αποστειρωμένου ενέσιμου ύδατος που απαιτείται για την ανασύσταση

Συνολικό περιεχόμενο σε φάρμακο μετά την ανασύσταση

Τελική συγκέντρωση ανά mL μετά την ανασύσταση

500 mg 5 mL 500 mg/5,3 mL 95 mg/mL

Πίνακας-2 προετοιμασία για ενδομυϊκή χορήγηση

ΑΝΑΣΥΣΤΑΣΗ DESFERAL ΜΕ ΑΠΟΣΤΕΙΡΩΜΕΝΟ ΕΝΕΣΙΜΟ ΥΔΩΡ

Μέγεθος φιαλιδίου

Ποσότητα αποστειρωμένου ενέσιμου ύδατος που απαιτείται για την ανασύσταση

Συνολικό περιεχόμενο σε φάρμακο μετά την ανασύσταση

Τελική συγκέντρωση ανά mL μετά την ανασύσταση

500 mg 2 mL 500 mg/2,35 mL 213 mg/mL

Το διάλυμα Desferal 95 mg/mL μετά την ανασύσταση μπορεί να αραιωθεί περισσότερο με τα χρησιμοποιούμενα συνήθως διαλύματα για έγχυση (NaCl 0,9%, γλυκόζη 5%, Ringer’s και Ringer’s lactate διάλυμα, περιτοναϊκά διαλύματα κάθαρσης όπως το Dianeal 137 Γλυκόζη 2.27%, Dianeal PD4 Γλυκόζη 2.27% και CAPD/DPCA 2, Γλυκόζη 1.5%).

Για τη δοκιμασία έγχυσης του Desferal και τη θεραπεία της χρόνιας υπερφόρτωσης με αργίλλιο, το διάλυμα 5,3 mL Desferal στο φιαλίδιο των 500 mg είναι μία επαρκής δόση (5 mg/kg) για έναν ασθενή με σωματικό βάρος 100 kg. Ανάλογα με το πραγματικό σωματικό βάρος του ασθενή, αναρροφάται η κατάλληλη ποσότητα διαλύματος Desferal από το φιαλίδιο και προστίθεται σε διάλυμα 150 mL 0.9% φυσιολογικού ορού (διάλυμα NaCl).

Το διαλυμένο Desferal μπορεί να προστεθεί επίσης στο υγρό διάλυσης και να χορηγηθεί ενδοπεριτοναϊκά σε ασθενείς σε συνεχή περιτοναϊκή διάλυση (CAPD) ή συνεχή κυκλική περιτοναϊκή διάλυση (CCPD).

Η χρήση του Desferal σε χρόνια υπερφόρτωση με σίδηρο με τη βοήθεια μίας φορητής αντλίας έγχυσης περιγράφεται στις πληροφορίες για τον ασθενή ως εξής:

  1. Αναρροφήστε ενέσιμο ύδωρ μέσα σε μία σύριγγα.
  2. Αφού καθαρίσετε το ελαστικό πώμα του φιαλιδίου Desferal με οινόπνευμα, ενέστε το περιεχόμενο της σύριγγας μέσα στο φιαλίδιο.
  3. Ανακινήστε καλά το φιαλίδιο για να διαλυθεί η κόνις.
  4. Αναρροφήστε το διαλυμένο φάρμακο στη σύριγγα.
  5. Εφαρμόστε το σωλήνα της προέκτασης στη σύριγγα, συνδέστε το σωλήνα της προέκτασης στη βελόνα τύπου πεταλούδας και στη συνέχεια γεμίστε τον άδειο χώρο του σωλήνα με το διάλυμα της σύριγγας.
  6. Τοποθετήστε τη σύριγγα μέσα στην αντλία έγχυσης.
  7. Για έγχυση μπορείτε να εισάγετε τη βελόνα τύπου πεταλούδας κάτω από το δέρμα της κοιλιάς, του βραχίονα, της άνω κνήμης ή του μηρού.

Είναι πολύ σημαντικό να καθαρίζεται πολύ καλά το δέρμα με οινόπνευμα. Στη συνέχεια, εισάγετε τη βελόνα σταθερά μέχρι τα πτερύγια σε μία πτυχή του δέρματος, που σχηματίζεται από το ελεύθερο χέρι σας. Η άκρη της βελόνας πρέπει να κινείται ελεύθερα κατά την παλίνδρομη κίνηση της βελόνας. Εάν δεν κινείται ελεύθερα, η άκρη της βελόνας μπορεί να είναι πάρα πολύ κοντά στο δέρμα. Προσπαθήστε πάλι σε ένα νέο σημείο, αφού το καθαρίσετε με οινόπνευμα.

  1. Στη συνέχεια σταθεροποιήστε τη βελόνα και δέστε την με ταινία.
  2. Οι ασθενείς φορούν συνήθως την αντλία στο σώμα τους με τη χρήση μίας ζώνης ή μίας θήκης, που κρεμιέται από τον ώμο. Πολλοί ασθενείς θεωρούν τη χρήση κατά τη διάρκεια της νύκτας σαν την πιο βολική.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

NOVARTIS (Hellas) Α.Ε.Β.Ε.

12 χλμ Εθνικής οδού Αθηνών Λαμίας 14451 ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

Τηλ. 210 2811712

7,1 Δικαιούχος και Παρασκευαστής 7,2 Συσκευαστής

  1. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 95340/17/04-04-2018
  2. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ: 20-6-1985
  3. 10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Χρησιμοποιούμε cookies για να διασφαλίσουμε βασικές λειτουργίες του ιστοτόπου μας και να σας παρέχουμε καλύτερες υπηρεσίες.  Διαβάστε περισσότερα.

We use cookies to ensure basic functions of our website and to provide you with better services.   Read more.