ΕΠΙΣΗΜΗ ΕΓΚΡΙΣΗ MICROSOFT
15s

Το Farmako OneClick™ τώρα επίσημη Εφαρμογή των Windows!

Το απόλυτο εργαλείο συνταγογράφησης για Ιατρούς & Φαρμακοποιούς εγκρίθηκε και είναι διαθέσιμο στο Microsoft Store.

Αποκλειστικά και μόνο:
Οι Επίσημες ΠΧΠ (SPC) με 1 CLICK στην οθόνης σας!
Χωρίς άλλα περιττά στοιχεία

Για όλα τα Προγράμματα Φαρμακείου Μένει διακριτικά στη γωνία κατά την εκτέλεση συνταγών, χωρίς να κρύβει το πρόγραμμά σας.
Store-Desk για Φαρμακοποιούς
Για την Ηλεκτρονική Συνταγογράφηση Δίπλα στην ΗΔΙΚΑ για άμεση εμφάνιση των επίσημων ΠΧΠ, χωρίς να επικαλύπτει τη Συνταγή
Med-Desk για Ιατρούς
Κατεβάστε το Δωρεάν από το Store 1-CLICK
Η Microsoft ενέκρινε το Farmako.net για Ιατρεία & Φαρμακεία!
Επίσημη εφαρμογή στο Microsoft Store
Λεπτομέρειες εδώ →

Θα χρειαστώ λίγο χρόνο. Παρακαλώ περιμένετε...

Φόρτωση PDF...

ETOPOSIDE PHARMACHEMIE Διάλυμα για έγχυση 100mg/5ml

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΟΥΣ, ΑΠΟ SITE Ε.Ο.Φ

(Τελευταία ενημέρωση: 31 Αυγούστου 2026)

SPC ETOPOSIDE PHARMACHEMIE 100mg/5ml Solution For Infusion
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ Ε.Ο.Φ: ETOPOSIDE/PHARMACHEMIE SOL.INF 100MG/5ML VIAL BTx 1 VIAL x 5 ML
ΧΟΝΔΡΙΚΗ ΤΙΜΗ: 24 € €
ΛΙΑΝΙΚΗ ΤΙΜΗ:33,07 € €
ΚΑΤΟΧΟΣ ΑΔΕΙΑΣ: CHEMIPHARM Σ.Γ. ΝΤΕΤΣΑΒΕΣ & ΣΙΑ Ε.Ε.
BARCODE: 2802226401016

Λήψη Αρχείου PDF

Αναφορά Εγκυρότητας

Το κείμενο που ακολουθεί εξήχθη αυτόματα από το επίσημο PDF-έγγραφο πληροφοριών των αρμόδιων ρυθμιστικών αρχών (ΕΟΦ/EMA), για λόγους προσβασιμότητας (AΜΕΑ) και γρήγορης αναζήτησης.
Ο ανθρώπινος έλεγχος - στο σύνολο αυτών των εγγράφων (~15000) - ήταν δειγματοληπτικός.
Ενδέχεται να υπάρχουν σφάλματα κειμενοποίησης.
Για έγκυρα συμπεράσματα, ανατρέξτε αποκλειστικά στο επισυναπτόμενο επίσημο αρχείο PDF του ΕΟΦ ή ΕΜΑ, πατώντας ακριβώς πιο πάνω, στο κουμπί "Προβολή Αρχείου PDF".
Παρακαλούμε λάβετε υπόψη σας, ότι τα επίσημα ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ έγγραφα των ΕΟΦ/ΕΜΑ αποτελούν την απόλυτη νομική θωράκιση στις θεραπευτικές επιλογές.

+ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

ETOPOSIDE/PHARMACHEMIE 100 mg / 5 ml VIAL Διάλυμα για έγχυση

ETOPOSIDE/PHARMACHEMIE 500 mg / 25 ml VIAL Διάλυμα για έγχυση

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε φιαλίδιο των 5 ml περιέχει 100 mg ετοποσίδης. Κάθε φιαλίδιο των 25 ml περιέχει 500 mg ετοποσίδης.

Έκδοχα με γνωστές δράσεις: 30 mg βενζυλικής αλκοόλης ανά 1 ml διαλύματος και 243mg αιθανόλης

(άνυδρη) ανά 1 ml διαλύματος

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Διάλυμα για έγχυση

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Θεραπευτικές ενδείξεις Καρκίνος των όρχεων

Το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE ενδείκνυται σε συνδυασμό με άλλους εγκεκριμένους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες για τη θεραπεία πρώτης γραμμής του υποτροπιάζοντος ή ανθεκτικού καρκίνου των όρχεων σε ενήλικες.

Μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα

Το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE ενδείκνυται σε συνδυασμό με άλλους εγκεκριμένους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες για τη θεραπεία του μικροκυτταρικού καρκίνου σε ενήλικες.

Λέμφωμα Hodgkin

Το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE ενδείκνυται σε συνδυασμό με άλλους εγκεκριμένους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες για τη θεραπεία του λεμφώματος Hodgkin σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς.

Λέμφωμα μη Hodgkin

Το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE ενδείκνυται σε συνδυασμό με άλλους εγκεκριμένους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες για τη θεραπεία του λεμφώματος μη Hodgkin σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς.

Οξεία μυελογενής λευχαιμία

Το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE ενδείκνυται σε συνδυασμό με άλλους εγκεκριμένους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες για τη θεραπεία της οξείας μυελογενούς λευχαιμίας σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς.

Τροφοβλαστική νόσος κύησης

Το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE ενδείκνυται για θεραπεία πρώτης γραμμής και δεύτερης γραμμής σε συνδυασμό με άλλους εγκεκριμένους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες για τη θεραπεία της υψηλού κινδύνου τροφοβλαστικής νόσου κύησης σε ενήλικες.

Καρκίνος των ωοθηκών

Το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE ενδείκνυται σε συνδυασμό με άλλους εγκεκριμένους

χημειοθεραπευτικούς παράγοντες για τη θεραπεία του μη επιθηλιακού καρκίνου των ωοθηκών σε ενήλικες.

Το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE ενδείκνυται για χρήση για τη θεραπεία του ανθεκτικού στην πλατίνη/υποτροπιάζοντος επιθηλιακού καρκίνου των ωοθηκών σε ενήλικες.

Το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE θα πρέπει να χορηγείται και να παρακολουθείται μόνο υπό την επίβλεψη ενός ειδικευμένου ιατρού με εμπειρία στη χρήση των αντινεοπλασματικών φαρμάκων (βλ. παράγραφο 4.4).

Ενήλικος πληθυσμός

Η συνιστώμενη δόση του ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE σε ενήλικες ασθενείς είναι 50 έως 100 mg/m2/ημέρα (ισοδύναμο ετοποσίδης) τις ημέρες 1 έως 5 ή 100 έως 120 mg/m2 κατά τις ημέρες 1, 3 και 5 κάθε 3 έως 4 εβδομάδες σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα που ενδείκνυνται για τη νόσο προς θεραπεία. Η δοσολογία πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να ληφθούν υπόψη οι μυελοκατασταλτικές επιδράσεις άλλων φαρμάκων στον συνδυασμό ή οι επιδράσεις της προηγούμενης ακτινοθεραπείας ή χημειοθεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4), η οποία μπορεί να έχει μειώσει το απόθεμα μυελού των οστών. Οι δόσεις μετά την αρχική δόση θα πρέπει να προσαρμόζονται, εάν ο αριθμός των ουδετερόφιλων είναι κάτω από 500 κύτταρα/mm3 για περισσότερο από 5 ημέρες. Επιπλέον, η δόση πρέπει να προσαρμόζεται σε περίπτωση εμφάνισης πυρετού, λοιμώξεων ή σε αριθμό θρομβοκυττάρων κάτω από 25.000 κύτταρα/mm3, που δεν προκαλείται από την ασθένεια. Οι δόσεις παρακολούθησης θα πρέπει να ρυθμίζονται σε περίπτωση εμφάνισης τοξικοτήτων βαθμού 3 ή 4 ή εάν η νεφρική κάθαρση κρεατινίνης είναι κάτω από 50ml/min. Σε μειωμένη κάθαρση κρεατινίνης από 15 έως 50 mL/min συνιστάται μείωση της δόσης κατά 25%.

Προφυλάξεις χορήγησης: Όπως και με άλλες δυνητικά τοξικές ενώσεις, πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τον χειρισμό και την παρασκευή του διαλύματος του ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE. Ενδέχεται να επέλθουν δερματικές αντιδράσεις που σχετίζονται με τυχαία έκθεση στο ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE. Η χρήση γαντιών συνιστάται. Εάν το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE έρθει σε επαφή με το δέρμα ή τους βλεννογόνους, πλύνετε αμέσως το δέρμα με σαπούνι και νερό και ξεπλύνετε τους βλεννογόνους με νερό (βλ. παράγραφο 6.6).

Ηλικιωμένος πληθυσμός

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ηλικιωμένους ασθενείς (ηλικίας >65 ετών), εκτός βάσει της νεφρικής λειτουργίας (βλ. παράγραφο 5.2).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Λέμφωμα Hodgkin,λέμφωμα μη Hodgkin,οξεία μυελογενής λευχαιμία

Το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE σε παιδιατρικούς ασθενείς έχει χρησιμοποιηθεί μεταξύ 75 έως 150 mg/m2/ημέρα (ισοδύναμο ετοποσίδης) επί 2 έως 5 ημέρες σε συνδυασμό με άλλους αντινεοπλασματικούς παράγοντες (βλ. παράγραφο 4.1). Θα πρέπει να ανατρέχετε σε τρέχοντα εξειδικευμένα πρωτόκολλα και κατευθυντήριες γραμμές για την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή.

Καρκίνος των ωοθηκών, μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα, τροφοβλαστική νόσος κύησης; καρκίνος των όρχεων

Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE σε παιδιά ηλικίας έως 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στην παράγραφο 5.2, αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.

Νεφρική δυσλειτουργία

Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, η ακόλουθη αρχική τροποποίηση της δόσης θα πρέπει να εξετάζεται με βάση τη μετρούμενη κάθαρση κρεατινίνης.

Μετρούμενη κάθαρση κρεατινίνης

Δόση ετοποσίδης

>50 mL/min

100% της δόσης

15-50 mL/min

75% της δόσης

Σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 15 ml/min και σε αιμοκάθαρση είναι πιθανόν να απαιτείται περαιτέρω μείωση της δόσης καθώς η κάθαρση της ετοποσίδης μειώνεται περαιτέρω σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.4). Η μεταγενέστερη δοσολογία σε μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαθα πρέπει να βασίζεται στην ανοχή του ασθενούς και την κλινική επίδραση (βλ. παράγραφο 4.4). Καθώς η ετοποσίδη και οι μεταβολίτες της δεν επιδέχονται αιμοκάθαρση, μπορεί να χορηγηθεί πριν από και μετά την αιμοκάθαρση (βλ. παράγραφο 4.9).

Τρόπος χορήγησης

Η ετοποσίδη χορηγείται με βραδεία ενδοφλέβια έγχυση (συνήθως επί σε διάστημα 30 έως 60 λεπτών) (βλ. παράγραφο 4.4).

Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και διάλυση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο

6.1.

Η ταυτόχρονη χρήση του εμβολίου έναντι του κίτρινου πυρετού ή άλλων ζωντανών εμβολίων αντενδείκνυται σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.5).

Γαλουχία (βλ. παράγραφο 4.6)

Το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE θα πρέπει να χορηγείται και να παρακολουθείται μόνο υπό την επίβλεψη ενός ειδικευμένου ιατρού με εμπειρία στη χρήση των αντινεοπλασματικών φαρμάκων. Σε όλες τις περιπτώσεις όπου εξετάζεται η χρήση του ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE για χημειοθεραπεία, ο γιατρός πρέπει να αξιολογήσει την ανάγκη και τη χρησιμότητα του φαρμάκου έναντι του κινδύνου των ανεπιθύμητων αντιδράσεων. Οι περισσότερες από αυτές τις ανεπιθύμητες ενέργειες είναι αναστρέψιμες, εάν ανιχνευθούν νωρίς. Εάν εμφανιστούν σοβαρές αντιδράσεις, η δοσολογία του φαρμάκου θα πρέπει να μειωθεί ή να διακόπτεται και θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα, σύμφωνα με την κλινική κρίση του ιατρού. Η επανέναρξη της θεραπείας με ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE θα πρέπει να διεξάγεται με προσοχή και με επαρκή εξέταση της περαιτέρω ανάγκης για το φάρμακο και ιδιαίτερη προσοχή στην πιθανή υποτροπή της τοξικότητας.

Μυελοκαταστολή

Η δοσοπεριοριστική μυελοκαταστολή είναι η πιο σημαντική τοξικότητα που σχετίζεται με τη θεραπεία με ETOPOSIDE/PHARMACHEMIE. Θανατηφόρος μυελοκαταστολή έχει αναφερθεί μετά τη χορήγηση ετοποσίδης. Ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE πρέπει να παρατηρούνται προσεκτικά και συχνά ως προς τη μυελοκαταστολή τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά τη θεραπεία. Οι ακόλουθες αιματολογικές παράμετροι θα πρέπει να μετρούνται κατά την έναρξη της θεραπείας και πριν από κάθε επόμενη δόση του ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE: αριθμός αιμοπεταλίων, αιμοσφαιρίνη, αριθμός λευκών

αιμοσφαιρίων και διαφορικό. Εάν έχει χορηγηθεί ακτινοθεραπεία ή χημειοθεραπεία πριν από την έναρξη της θεραπείας με ετοποσίδη, θα πρέπει να αφήνεται επαρκές διάστημα για να μπορέσει να ανακτηθεί ο μυελός των οστών. Το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με αριθμό ουδετερόφιλων μικρότερο από 1.500 κύτταρα/mm3 ή με αριθμό αιμοπεταλίων μικρότερο από 100.000 κύτταρα/mm3, εκτός αν αυτό προκαλείται από κακοήθη νόσο. Οι δόσεις μετά την αρχική δόση θα πρέπει να προσαρμόζονται, εάν αριθμός των ουδετερόφιλων μικρότερος από 500 κύτταρα / mm3 επέρχεται για περισσότερο από 5 ημέρες ή συνδυάζεται με πυρετό ή λοίμωξη, αν επέλθει αριθμός αιμοπεταλίων μικρότερος από 25.000 κύτταρα/mm3, εάν αναπτύσσεται βαθμού 3 ή 4 τοξικότητα ή αν η νεφρική κάθαρση είναι μικρότερη από 50 ml/min.

Ενδέχεται να επέλθει σοβαρή μυελοκαταστολή με προκύπτουσα λοίμωξη ή αιμορραγία. Οι βακτηριακές λοιμώξεις θα πρέπει να τεθούν υπό έλεγχο πριν από τη θεραπεία με ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE.

Δευτερογενής λευχαιμία

Εμφάνιση της οξείας λευχαιμίας, η οποία μπορεί να συμβεί με ή χωρίς μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο, έχει περιγραφεί σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε αγωγή με χημειοθεραπευτικές αγωγές που περιέχουν ετοποσίδη. Δεν είναι γνωστός ούτε ο σωρευτικός κίνδυνος, ούτε οι παράγοντες προδιάθεσης που σχετίζονται με την ανάπτυξη δευτερογενούς λευχαιμίας. Οι ρόλοι τόσο των χρονοδιαγραμμάτων χορήγησης όσο και των αθροιστικών δόσεων ετοποσίδης έχουν προταθεί, αλλά δεν έχουν σαφώς καθοριστεί.

Μία ανωμαλία του χρωμοσώματος 11q23 έχει παρατηρηθεί σε ορισμένες περιπτώσεις δευτερογενούς λευχαιμίας σε ασθενείς που έχουν λάβει επιποδοφυλλοτοξίνες. Αυτή η ανωμαλία έχει παρατηρηθεί επίσης σε ασθενείς που αναπτύσσουν δευτερογενή λευχαιμία μετά τη θεραπεία με χημειοθεραπευτικά σχήματα που δεν περιέχουν επιποδοφυλλοτοξίνες και σε λευχαιμία που επέρχεται de novo. Ένα άλλο χαρακτηριστικό που έχει συσχετιστεί με δευτερογενή λευχαιμία σε ασθενείς που έχουν λάβει επιποδοφυλλοτοξίνες φαίνεται να είναι ένα σύντομο χρονικό διάστημα λανθάνουσας κατάστασης, με κατά μέσο όρο διάμεσο χρόνο έως την εξέλιξη της λευχαιμίας περίπου 32 μήνες.

Υπερευαισθησία

Οι ιατροί πρέπει να είναι ενήμεροι για την πιθανή εμφάνιση αναφυλακτικής αντίδρασης με το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE, που εκδηλώνεται με ρίγη, πυρεξία, ταχυκαρδία, βρογχόσπασμο, δύσπνοια και υπόταση, που μπορεί να αποβούν μοιραία. Η θεραπεία είναι συμπτωματική. Το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE πρέπει να διακοπεί αμέσως και να ακολουθήσει η χορήγηση υπερτασικών παραγόντων, κορτικοστεροειδών, αντιισταμινικών ή υποκατάστατων όγκου κατά τη διακριτική ευχέρεια του ιατρού.

Υπόταση

Το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE πρέπει να χορηγείται μόνο με αργή ενδοφλέβια έγχυση (συνήθως επί διάστημα 30 έως 60 λεπτών) καθώς έχει αναφερθεί υπόταση ως πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια της ταχείας ενδοφλέβιας ένεσης.

Αντίδραση στο σημείο της ένεσης

Κατά τη διάρκεια της χορήγησης του ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE ενδέχεται να επέλθουν αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης. Δεδομένης της πιθανότητας εξαγγείωσης, συνιστάται να παρακολουθείτε στενά το σημείο έγχυσης για πιθανή διήθηση κατά τη διάρκεια της χορήγησης του φαρμάκου.

Χαμηλή λευκωματίνη ορού

Η χαμηλή λευκωματίνη ορού σχετίζεται με αυξημένη έκθεση στην ετοποσίδη. Επομένως, οι ασθενείς με χαμηλή λευκωματίνη ορού μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για σχετιζόμενες με την ετοποσίδη τοξικότητες.

Ανεπαρκής νεφρική λειτουργία

Σε ασθενείς με μέτρια (CrCl = 15 έως 50 mL/min), ή σοβαρή (CrCl <15 ml / min) νεφρική δυσλειτουργίαπου υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, η ετοποσίδη πρέπει να χορηγείται σε μειωμένη

δόση (βλ. παράγραφο 4.2). Αιματολογικές παράμετροι θα πρέπει να μετρούνται και να εξετάζονται ρυθμίσεις της δόσης σε επόμενους κύκλους με βάση την αιματολογική τοξικότητα και την κλινική επίδραση σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.

Ανεπαρκής ηπατική λειτουργία

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαθα πρέπει να έχουν τακτική παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας τους λόγω του κινδύνου της συσσώρευσης.

Σύνδρομο λύσης όγκου

Σύνδρομο λύσης όγκου (μερικές φορές θανατηφόρο) έχει αναφερθεί μετά τη χρήση της ετοποσίδης σε συνδυασμό με άλλα χημειοθεραπευτικά φάρμακα. Η στενή παρακολούθηση των ασθενών είναι απαραίτητη για την ανίχνευση πρώιμων σημείων του συνδρόμου λύσης όγκου, ιδιαίτερα σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου, όπως ογκώδεις, ευαίσθητους στη θεραπεία όγκους και νεφρικής ανεπάρκειας. Θα πρέπει, επίσης, να εξεταστούν τα κατάλληλα προληπτικά μέτρα σε ασθενείς με κίνδυνο αυτής της επιπλοκής της θεραπείας.

Μεταλλαξιογόνος δυνατότητα

Δεδομένης της μεταλλαξιογόνου δυνατότητας της ετοποσίδης, απαιτείται αποτελεσματική αντισύλληψη για άνδρες και γυναίκες ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 6 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Συνιστάται λήψη γενετικής συμβουλευτικής αν ο ασθενής επιθυμεί να αποκτήσει παιδιά μετά το τέλος της θεραπείας. Καθώς η ετοποσίδη μπορεί να μειώσει την ανδρική γονιμότητα, ενδέχεται να εξεταστεί η συντήρηση του σπέρματος για τον σκοπό της τεκνοποίησης μελλοντικά (βλ. παράγραφο 4.6).

Επιδράσεις άλλων φαρμάκων στη φαρμακοκινητική της ετοποσίδης

Υψηλή δόση κυκλοσπορίνης, που έχει ως αποτέλεσμα συγκεντρώσεις πλάσματος πάνω από 2000 ng/mL, χορηγούμενη σε συνδυασμό με από του στόματος ετοποσίδη έχει οδηγήσει σε αύξηση 80% στην έκθεση ετοποσίδης (AUC) με μείωση 38% της συνολικής κάθαρσης της ετοποσίδης σε σύγκριση με μόνο ετοποσίδη.

Η ταυτόχρονη θεραπεία με σισπλατίνη σχετίζεται με μειωμένη ολική κάθαρση ετοποσίδης από τον οργανισμό.

Η ταυτόχρονη θεραπεία με φαινυτοΐνη σχετίζεται με αυξημένη κάθαρση ετοποσίδης και μειωμένη αποτελεσματικότητα και άλλες αντιεπιληπτικές θεραπείες που επάγουν ένζυμα μπορεί να σχετίζονται με αυξημένη κάθαρση ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE καθώς και μειωμένη αποτελεσματικότητα.

Η in vitro δέσμευση με πρωτεΐνες πλάσματος είναι 97%. Η φαινυλβουταζόνη, το σαλικυλικό νάτριο και η ασπιρίνη ενδέχεται να εκτοπίσουν την ετοποσίδη από τη δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.

Επίδραση ετοποσίδης στη φαρμακοκινητική άλλων φαρμάκων

Η συγχορήγηση αντιεπιληπτικών φαρμάκων και του ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένο έλεγχο των κρίσεων λόγω των φαρμακοκινητικών αλληλεπιδράσεων μεταξύ των φαρμάκων.

Η συγχορήγηση βαρφαρίνης και ετοποσίδης μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο διεθνές κανονικοποιημένο πηλίκο (INR). Συνιστάται στενή παρακολούθηση του INR.

Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις

Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος θανατηφόρου συστημικής εμβολιακής νόσου με χρήση του εμβολίου κίτρινου πυρετού. Τα ζωντανά εμβόλια αντενδείκνυνται σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.3).

Προηγούμενη ή ταυτόχρονη χρήση άλλων φαρμάκων με παρόμοια μυελοκατασταλτική δράση όπως η ετοποσίδη ενδέχεται να αναμένεται να έχουν προσθετική ή συνεργική δράση (βλ. παράγραφο 4.4). Έχει αναφερθεί διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ ανθρακυκλινών και ετοποσίδης σε προκλινικά πειράματα.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες

Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ετοποσίδη. Η ετοποσίδη έχει αποδειχθεί ότι έχει τερατογόνο δράση σε ποντικούς και επίμυες (βλ. παράγραφο 5.3). Δεδομένης της μεταλλαξιογόνου δυνατότητας της ετοποσίδη, απαιτείται αποτελεσματική αντισύλληψη τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 6 μήνες μετά τη λήξη της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).

Συνιστάται λήψη γενετικής συμβουλευτικής αν ο ασθενής επιθυμεί να αποκτήσει παιδιά μετά το τέλος της θεραπείας.

Κύηση

Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση ετοποσίδης σε εγκύους γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Γενικά η ετοποσίδη μπορεί να προκαλέσει εμβρυϊκή βλάβη εάν χορηγηθεί σε εγκύους γυναίκες. Το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με ετοποσίδη. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να ενημερώνονται να αποφεύγουν να μείνουν έγκυοι. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 6 μήνες μετά τη θεραπεία. Εάν χρησιμοποιηθεί αυτό το φάρμακο κατά τη διάρκεια της κύησης ή εάν η ασθενής καταστεί έγκυος κατά τη λήψη αυτού του φαρμάκου, η ασθενής θα πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.

Θηλασμός

Η ετοποσίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Υπάρχει η πιθανότητα εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων αντιδράσεων στα βρέφη που θηλάζουν από το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE. Πρέπει να αποφασιστεί αν θα διακοπεί ο θηλασμός ή αν θα διακοπεί το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα (βλ. ενότητα 4.3).

Γονιμότητα

Καθώς η ετοποσίδη μπορεί να μειώσει την ανδρική γονιμότητα, ενδέχεται να εξεταστεί η συντήρηση του σπέρματος για τον σκοπό της τεκνοποίησης μελλοντικά.

Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Η ετοποσίδη μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες αντιδράσεις που επηρεάζουν την ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων, όπως κόπωση, υπνηλία, ναυτία, έμετο, φλοιώδη τύφλωση, αντιδράσεις υπερευαισθησίας με υπόταση. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν τέτοιες ανεπιθύμητες ενέργειες πρέπει να ενθαρρύνονται να αποφεύγουν την οδήγηση ή τη χρήση μηχανημάτων.

Περίληψη του προφίλ ασφαλείας

Η δοσοπεριοριστική μυελοκαταστολή είναι η πιο σημαντική τοξικότητα που σχετίζεται με τη

θεραπεία με ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE. Σε κλινικές μελέτες στις οποίες το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE χορηγήθηκε ως μονοθεραπεία σε συνολική δόση ≥450 mg/m2 οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες οποιασδήποτε σοβαρότητας ήταν λευκοπενία (91%), ουδετεροπενία (88%), αναιμία (72%), θρομβοκυτταροπενία (23%), αδυναμία (39%), ναυτία ή/και έμετος (37%), αλωπεκία ( 33%) και ρίγη ή/και πυρετός (24%).

Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων αντιδράσεων

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν από κλινικές μελέτες του ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE και την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του. Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα, η οποία ορίζεται από τις ακόλουθες κατηγορίες: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000,

<1/100), σπάνιες (≥1/10.000, <1/1.000), μη γνωστές (Δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Κατηγορία/οργανικό σύστημα

Συχνότητα

Ανεπιθύμητη ενέργεια (όροι MedDRA)

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις

συχνές

λοίμωξη

Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται

κύστεις και πολύποδες)

συχνές

οξεία λευχαιμία

Διαταραχές του αιμοποιητικού και

του λεμφικού συστήματος

πολύ συχνές

αναιμία, λευκοπενία, μυελοκαταστολή*,

ουδετεροπενία, θρομβοκυτταροπενία

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος

συχνές

αναφυλακτικές αντιδράσεις**

μη γνωστές

αγγειοοίδημα, βρογχόσπασμος

Διαταραχές του μεταβολισμού και

της θρέψης

μη γνωστές

σύνδρομο λύσης όγκου

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

συχνές

ζάλη

όχι συχνές

περιφερική νευροπάθεια

σπάνιες

παροδική φλοιώδης τύφλωση, νευροτοξικότητες (π.χ, υπνηλία και

κόπωση), οπτική νευρίτιδα, κρίση***

Καρδιακές διαταραχές

συχνές

αρρυθμία, έμφραγμα του μυοκαρδίου

Αγγειακές διαταραχές

συχνές

υπέρταση, παροδική συστολική υπόταση

έπειτα από ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση

όχι συχνές

αιμορραγία

Διαταραχές του αναπνευστικού

συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου

σπάνιες

διάμεση πνευμονίτιδα, πνευμονική ίνωση

μη γνωστές

βρογχόσπασμος

Διαταραχές του γαστρεντερικού

πολύ συχνές

κοιλιακό άλγος, ανορεξία, δυσκοιλιότητα,

ναυτία και έμετος

συχνές

διάρροια, βλεννογονίτιδα (συμπεριλαμβανομένης στοματίτιδας και

οισοφαγίτιδας)

σπάνιες

δυσγευσία, δυσφαγία

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων

πολύ συχνές

αυξημένη αμινοτρανσφεράση αλανίνης, αυξημένη αλκαλική φωσφατάση, αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση,

αυξημένη χολερυθρίνη, ηπατοτοξικότητα

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

πολύ συχνές

αλωπεκία, μελάγχρωση

συχνές

κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση

σπάνιες

μετακτινική δερματίτιδα, σύνδρομο

Stevens-Johnsons, τοξική επιδερμική νεκρόλυση

Διαταραχές του αναπαραγωγικού

συστήματος και του μαστού

μη γνωστές

υπογονιμότητα

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης

πολύ συχνές

αδυναμία, αίσθημα κακουχίας

συχνές

εξαγγείωση****, φλεβίτιδα

σπάνιες

πυρεξία

*Έχει αναφερθεί μυελοκαταστολή με μοιραία έκβαση

**Οι αναφυλακτικές αντιδράσεις μπορούν να είναι μοιραίες

***Οι κρίσεις έχουν περιστασιακά συσχετισθεί με αλλεργικές αντιδράσεις.

****Οι επιπλοκές που αναφέρθηκαν μετά την κυκλοφορία σχετικά με εξαγγείωση περιλάμβαναν τοπική τοξικότητα των μαλακών ιστών, πρήξιμο, πόνο, κυτταρίτιδα και νέκρωση συμπεριλαμβανομένης δερματικής νέκρωσης.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Στις ακόλουθες παραγράφους, οι επιπτώσεις των ανεπιθύμητων ενεργειών, που δίνονται ως το μέσο ποσοστό επί τοις εκατό, προέρχονται από μελέτες που χρησιμοποίησαν θεραπεία με το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE ως μόνο παράγοντα.

Αιματολογική τοξικότητα

Έχει αναφερθεί μυελοκαταστολή (βλ. ενότητα 4.4) με θανατηφόρο έκβαση μετά τη χορήγηση ετοποσίδης. Η μυελοκαταστολή είναι συνηθέστερα δοσοπεριοριστική. Η αποκατάσταση του μυελού των οστών ολοκληρώνεται συνήθως έως την ημέρα 20 και δεν έχει αναφερθεί σωρευτική τοξικότητα. Οι κατώτερες τιμές κοκκιοκυττάρων και αιμοπεταλίων τείνουν να εμφανίζονται περίπου 10 έως 14 ημέρες μετά τη χορήγηση της ετοποσίδης ανάλογα με τον τρόπο χορήγησης και το θεραπευτικό σχήμα. Οι κατώτερες τιμές τείνουν να εμφανίζονται νωρίτερα με την ενδοφλέβια χορήγηση σε σύγκριση με την από στόματος χορήγηση. Λευκοπενία και σοβαρή λευκοπενία (λιγότερο από 1.000 κύτταρα/mm3) παρατηρήθηκαν σε ποσοστό 91% και 17%, αντιστοίχως, για την ετοποσίδη. Θρομβοπενία και σοβαρή θρομβοπενία (λιγότερο από 50.000 αιμοπετάλια/mm3) παρατηρήθηκαν σε ποσοστό 23% και 9%, αντίστοιχα, για την ετοποσίδη. Οι αναφορές πυρετού και λοίμωξης ήταν επίσης πολύ συχνές σε ασθενείς με ουδετεροπενία που λάμβαναν ετοποσίδη. Έχει αναφερθεί αιμορραγία.

Γαστρεντερική τοξικότητα

Η ναυτία και ο έμετος είναι οι κύριες γαστρεντερικές τοξικότητες της ετοποσίδης. Η ναυτία και ο έμετος μπορούν συνήθως να ελεγχθούν με αντιεμετική θεραπεία.

Αλωπεκία

Αναστρέψιμη αλωπεκία, η οποία μερικές φορές εξελίσσεται σε ολική φαλακρότητα, παρατηρήθηκε σε ποσοστό έως 44% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ετοποσίδη.

Υπόταση

Παροδική υπόταση έπειτα από ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ετοποσίδη και δεν έχει συσχετιστεί με καρδιακή τοξικότητα ή ηλεκτροκαρδιογραφικές μεταβολές. Η υπόταση συνήθως αποκρίνεται στη διακοπή της έγχυσης της ετοποσίδης ή/και άλλη υποστηρικτική θεραπεία ανάλογα με την περίπτωση. Κατά την επανέναρξη της έγχυσης, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί βραδύτερος ρυθμός χορήγησης. Δεν έχει σημειωθεί καθυστερημένη υπόταση.

Υπέρταση

Σε κλινικές μελέτες της ετοποσίδης έχουν αναφερθεί επεισόδια υπέρτασης. Εάν επέλθει κλινικά σημαντική υπέρταση σε ασθενείς που λαμβάνουν ετοποσίδη, θα πρέπει να ξεκινήσει κατάλληλη υποστηρικτική θεραπεία.

Υπερευαισθησία

Έχουν αναφερθεί ότι επέρχονται αναφυλακτικές αντιδράσεις κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά την ενδοφλέβια χορήγηση της ετοποσίδης. Ο ρόλος που παίζει η συγκέντρωση ή ο ρυθμός έγχυσης στην ανάπτυξη των αναφυλακτικών αντιδράσεων δεν είναι σίγουρος. Η πίεση του αίματος συνήθως ομαλοποιείται μέσα σε λίγες ώρες μετά την παύση της έγχυσης. Αναφυλακτικές αντιδράσεις

ενδέχεται να επέλθουν με την αρχική δόση της ετοποσίδης.

Οι αναφυλακτικές αντιδράσεις (βλ. παράγραφο 4.4), που εκδηλώνονται με ρίγη, ταχυκαρδία, βρογχόσπασμο, δύσπνοια, εφίδρωση, πυρεξία, κνησμό, υπέρταση ή υπόταση, συγκοπή, ναυτία και έμετο έχουν αναφερθεί ότι επέρχονται σε ποσοστό 3% (7 από 245 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE σε 7 κλινικές μελέτες) των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE . Έξαψη στο πρόσωπο αναφέρθηκε στο 2% των ασθενών και δερματικά εξανθήματα στο 3%. Αυτές οι αντιδράσεις συνήθως ανταποκρίθηκαν ταχέως στην παύση της έγχυσης και τη χορήγηση υπερτασικών παραγόντων, κορτικοστεροειδών, αντιισταμινικών ή αυξητικών όγκου του αίματος ανάλογα με την περίπτωση.

Οξείες θανατηφόρες αντιδράσεις που σχετίζονται με βρογχόσπασμο έχουν αναφερθεί με την ετοποσίδη. Έχει επίσης αναφερθεί άπνοια με αυτόματη επανέναρξη της αναπνοής μετά τη διακοπή της έγχυσης.

Μεταβολικές επιπλοκές

Σύνδρομο λύσης όγκου (μερικές φορές θανατηφόρα) έχει αναφερθεί μετά τη χρήση της ετοποσίδης σε συνδυασμό με άλλα χημειοθεραπευτικά φάρμακα (βλ. παράγραφο 4.4).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Το προφίλ ασφάλειας μεταξύ των παιδιατρικών ασθενών και των ενηλίκων αναμένεται να είναι παρόμοιο.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr

Συνολικές δόσεις 2,4 g/m2 έως 3,5 g/m2 επιφανείας σώματος που χορηγήθηκαν ενδοφλέβια εντός 3 ημερών κατέληξαν σε σοβαρή βλεννογονίτιδα και μυελοτοξικότητα.

Μεταβολική οξέωση και περιπτώσεις σοβαρής ηπατοτοξικότητας έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που ελάμβαναν υψηλότερες από τις συνιστώμενες ενδοφλέβιες δόσεις ετοποσίδης. Παρόμοιες τοξικότητες μπορεί να αναμένονται με το από του στόματος σκεύασμα. Δεν διατίθεται ειδικό αντίδοτο. Η θεραπεία θα πρέπει επομένως να είναι συμπτωματική και υποστηρικτική και οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Η ετοποσίδη και οι μεταβολίτες της δεν επιδέχονται αιμοκάθαρση

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κυτταροστατικά, φυτικά αλκαλοειδή και άλλα φυσικά προϊόντα, παράγωγα ποδοφυλλοτοξίνης, κωδικός ATC: L01CB01

Μηχανισμός δράσης

Η κύρια επίδραση της ετοποσίδης φαίνεται να είναι στο όψιμο τμήμα S και στο πρώιμο τμήμα G2 του κυτταρικού κύκλου σε κύτταρα θηλαστικών. Εμφανίζονται δύο δοσοεξαρτώμενες αποκρίσεις: Σε υψηλές συγκεντρώσεις (10 mcg/mL ή περισσότερο), λύονται τα κύτταρα που εισέρχονται σε μίτωση, ενώ σε χαμηλές συγκεντρώσεις (0,3 έως 10 mcg/mL), αναστέλλεται η είσοδος των κυττάρων στην πρόφαση. Δεν επηρεάζεται το συγκρότημα των μικροσωληνίσκων. Η βασική μακρομοριακή επίδραση της ετοποσίδης φαίνεται να είναι η ρήξη της διπλής έλικας από αλληλεπίδραση με DNAτοποϊσομεράση II ή με τον σχηματισμό των ελεύθερων ριζών. Η ετοποσίδη έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί διακοπή μετάφασης σε ινοβλάστες όρνιθας.

Απορρόφηση

Έπειτα από είτε ενδοφλέβια έγχυση οι τιμές Cmax και AUC σημειώνουν μεταβλητότητα μεταξύ ασθενών αλλά και στον ίδιο τον ασθενή.

Κατανομή

Οι μέσοι όγκοι κατανομής σε σταθερή κατάσταση κυμαίνονται μεταξύ 18 έως 29 λίτρα. Η ετοποσίδη παρουσιάζει χαμηλή διείσδυση στο ΕΝΥ. In vitro, η ετοποσίδη συνδέεται ισχυρά με πρωτεΐνες (97%), με τις ανθρώπινες πρωτεΐνες του πλάσματος.

Η αναλογία πρόσδεσης της ετοποσίδης συσχετίζεται άμεσα με τη λευκωματίνη ορού σε ασθενείς με καρκίνο και υγιείς εθελοντές (βλ. παράγραφο 4.4). Το μη συνδεδεμένο κλάσμα ετοποσίδης συσχετίζεται σημαντικά με τη χολερυθρίνη σε ασθενείς με καρκίνο.

Βιομετασχηματισμός

Ο υδροξυοξύ μεταβολίτης [4' διμεθυλο-επιποδοφυλλικό οξύ-9- (4,6 0-αιθυλιδενο-β-Dγλυκοπυρανοσίδη)], που σχηματίζεται από το άνοιγμα του δακτυλίου λακτόνης, εντοπίζεται στα ούρα των ενηλίκων και των παιδιών. Είναι επίσης παρών στο ανθρώπινο πλάσμα, πιθανώς ως το trans ισομερές. Τα συζυγή γλυκουρονίδης ή/και θειικής ετοποσίδης απεκκρίνονται επίσης στα ανθρώπινα ούρα. Επιπλέον, επέρχεται O-απομεθυλίωση του δακτυλίου διμεθοξυφαινόλης μέσω της οδού ισοενζύμου CYP450 3A4 που οδηγεί σε παραγωγή της αντίστοιχης κατεχόλης.

Αποβολή

Στην ενδοφλέβια χορήγηση, η διάθεση της ετοποσίδης περιγράφεται καλύτερα ως διφασική

διαδικασία με κατανομή χρόνου ημίσειας ζωής περίπου 1,5 ώρες και τελικό χρόνο ημίσειας ζωής της αποβολής που κυμαίνεται από 4 έως 11 ώρες. Οι συνολικές τιμές κάθαρσης από τον

οργανισμό κυμαίνονται από 33 έως 48 mL/min ή 16 έως 36 mL/min/m2 και, όπως και ο τελικός

χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής, είναι ανεξάρτητες από τη δόση σε εύρος 100 έως 600 mg/m2. Έπειτα από ενδοφλέβια χορήγηση 14C ετοποσίδης (100 έως 124 mg/m2), η μέση

ανάκτηση ραδιενέργειας στα ούρα ήταν 56% (45% της δόσης απεκκρίθηκε ως ετοποσίδη) και η ανάκτηση της ραδιενέργειας στα κόπρανα ήταν 44% της χορηγούμενης δόσης σε 120 ώρες.

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα

Οι συνολικές τιμές κάθαρσης από τον οργανισμό και ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής, είναι ανεξάρτητες από τη δόση σε εύρος 100 έως 600 mg/m2. Στο ίδιο εύρος δόσεων,

οι τιμές στις περιοχές κάτω από τη συγκέντρωση πλάσματος έναντι καμπυλών χρόνου (AUC) και οι τιμές των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα (Cmax) αυξάνουν γραμμικά με τη δοσολογία.

Νεφρική δυσλειτουργία

Ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία που έλαβαν ετοποσίδη έχουν επιδείξει μειωμένη συνολική κάθαρση, αυξημένη AUC και υψηλότερο όγκο κατανομής σταθερής κατάστασης (βλ. παράγραφο 4.2).

Ηπατική δυσλειτουργία

Σε ενήλικες καρκινοπαθείς ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, η ολική κάθαρση της ετοποσίδης από τον οργανισμό δεν μειώνεται.

Ηλικιωμένος πληθυσμός

Αν και έχουν παρατηρηθεί μικρές διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους μεταξύ ασθενών

ηλικίας ≤65 ετών και >65 ετών, δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Στα παιδιά, περίπου το 55% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως ετοποσίδη σε 24 ώρες. Η μέση νεφρική κάθαρση της ετοποσίδης είναι 7 έως 10 mL/min/m2 ή περίπου 35% της συνολικής κάθαρσης του οργανισμού σε δοσολογικό εύρος από 80 έως 600 mg/m2. Η ετοποσίδη, ως εκ

τούτου, απομακρύνεται μέσω και νεφρικών και μη νεφρικών διαδικασιών, δηλαδή τον

μεταβολισμό και τη χολική απέκκριση. Η επίδραση της νεφρικής νόσου στην κάθαρση της ετοποσίδης στο πλάσμα δεν είναι γνωστή στα παιδιά. Στα παιδιά, αυξημένα επίπεδα SGPT σχετίζονται με μειωμένη συνολική κάθαρση του φαρμάκου από τον οργανισμό. Η προηγούμενη χρήση σισπλατίνης μπορεί επίσης να οδηγήσει σε μείωση της συνολικής κάθαρσης ετοποσίδης στα παιδιά.

Στα παιδιά ανευρίσκεται αντίστροφη σχέση μεταξύ των επιπέδων λευκωματίνης πλάσματος και της νεφρικής κάθαρσης της ετοποσίδης.

Φύλο

Αν και έχουν παρατηρηθεί μικρές διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους μεταξύ διαφορετικών φύλων, δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές.

Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων

Σε μια μελέτη των επιδράσεων άλλων θεραπευτικών παραγόντων για την in vitro δέσμευση της 14C ετοποσίδης με πρωτεΐνες του ανθρώπινου ορού, μόνο η φαινυλβουταζόνη, το σαλικυλικό νάτριο και η ασπιρίνη εκτοπίζουν τη δεσμευμένη σε πρωτεΐνες ετοποσίδη σε συγκεντρώσεις που γενικά επιτυγχάνονται in νίνο (βλ. παράγραφο 4.5).

Χρόνια τοξικότητα

Αναιμία, λευκοπενία και θρομβοκυτταροπενία παρατηρήθηκαν σε επίμυες και ποντικούς, ενώ οι σκύλοι είχαν ήπια αναστρέψιμη υποβάθμιση των λειτουργιών του ήπατος και των νεφρών. Το πολλαπλάσιο δόσης (με βάση δόσεις mg/m2) για αυτά τα ευρήματα στο επίπεδο στο οποίο δεν παρατηρούνται ανεπιθύμητες αντιδράσεις στις προκλινικές μελέτες ήταν ≥ περίπου 0,05 φορές σε σύγκριση με την υψηλότερη κλινική δόση. Ιστορικά, τα προκλινικά είδη ήταν πιο ευαίσθητα σε σύγκριση με τους ανθρώπους ως προς τους κυτταροτοξικούς παράγοντες. Ατροφία των όρχεων, διακοπή σπερματογένεσης και καθυστέρηση της ανάπτυξης αναφέρθηκαν σε επίμυες και ποντικούς.

Μεταλλαξιογένεση

Η ετοποσίδη είναι μεταλλαξιογόνος σε κύτταρα θηλαστικών.

Αναπαραγωγική τοξικότητα

Σε μελέτες σε ζώα η ετοποσίδη συσχετίστηκε με δοσοεξαρτώμενη εμβρυοτοξικότητα και τερατογένεση.

Καρκινογόνος δυνατότητα

Λόγω του μηχανισμού δράσης της, η ετοποσίδη θα πρέπει να θεωρείται πιθανώς καρκινογόνος στον άνθρωπο.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Κιτρικό οξύ (άνυδρο), βενζυλική αλκοόλη, πολυσορβικό 80, πολυαιθυλενογλυκόλη 300, αιθανόλη

(άνυδρη)

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.

Έχει αναφερθεί ότι συσκευές από ακρυλικό πλαστικό ή ABS (μείγμα πολυμερούς από ακρυλονιτρίλιο, βουταδιένιο και στυρένιο) ραγίζουν ή εμφανίζουν διαρροή, όταν έρχονται σε επαφή με ενέσιμη ετοποσίδη που δεν έχει αραιωθεί. Αυτό δεν συμβαίνει με τα αραιωμένα διαλύματα ετοποσίδης.

36 μήνες

Φυλάσσετε σε θερμοκρασία περιβάλλοντος (25°C-30°C).

Γυάλινα φιαλίδια (γυαλί τύπου Ι) με ελαστικό πώμα εισχώρησης από χλωροβουτύλιο. Διάλυμα για έγχυση 100mg/5ml: Χάρτινο κουτί που περιέχει 1 ή 10 φιαλίδια των 5 ml. Διάλυμα για έγχυση 500mg/25ml: Χάρτινο κουτί που περιέχει 1 ή 10 φιαλίδια των 25 ml.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Θα πρέπει να ακολουθούνται οι διαδικασίες για τον σωστό χειρισμό και απόρριψη των αντικαρκινικών φαρμάκων.

Πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα κατά τον χειρισμό κυτταροστατικών προϊόντων. Λαμβάνετε πάντοτε μέτρα για πρόληψη της έκθεσης. Όπως και με άλλες δυνητικά τοξικές ενώσεις, πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τον χειρισμό και την παρασκευή διαλυμάτων ετοποσίδης. Ενδέχεται να επέλθουν δερματικές αντιδράσεις που σχετίζονται με τυχαία έκθεση στην ετοποσίδη. Η χρήση γαντιών συνιστάται. Αν η ετοποσίδη έρθει σε επαφή με το δέρμα ή τους βλεννογόνους, ξεπλύνετε αμέσως το δέρμα με σαπούνι και νερό και ξεπλύνετε τους βλεννογόνους με νερό.

Τα διαλύματα ετοποσίδης πρέπει να παρασκευάζονται υπό ασηπτικές συνθήκες.

Προετοιμασία για την ενδοφλέβια χορήγηση: Τα ενέσιμα σκευάσματα ετοποσίδης πρέπει να αραιώνονται πριν χρησιμοποιηθούν σε 5% ενέσιμο διάλυμα δεξτρόζης ή 0,9% ενέσιμο διάλυμα NaCl ώστε η τελική συγκέντρωση να είναι 0,2 ή 0,4 mg/ml. Πιο πυκνά διαλύματα εμφανίζουν κρυστάλλους κατά την ανάδευση ή ίζημα εντός 5 λεπτών και δεν θα πρέπει να χορηγούνται. Τα ενέσιμα σκευάσματα ετοποσίδης που έχουν αραιωθεί σε 0,4 mg/ml και χορηγούνται μέσω σωλήνα που έχει συνδεθεί με αντλία με περισταλτικό μηχανισμό, μπορεί να παρουσιάσουν ίζημα στο σωλήνα.

Τα προϊόντα που χορηγούνται μέσω της παρεντερικής οδού, πρέπει να εξετάζονται οπτικά για να ελέγχονται για τυχόν σωματίδια ή αποχρωματισμό πριν από τη χορήγηση. Αν παρατηρηθεί αποχρωματισμός ή ύπαρξη σωματιδίων, το ανασυσταθέν διάλυμα θα πρέπει να απορρίπτεται.

Το ΕΤΟΡΟSIDE/PHARMACHEMIE είναι για μία μόνο χρήση.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

CHEMIPHARM Σ. Γ. ΝΤΕΤΣΑΒΕΣ & ΣΙΑ Ε.Ε.

Καποδιστρίου 42, 10432 Αθήνα, Ελλάδα

Τηλέφωνο: 210 52 24 115

ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 16/10/1996 Ημερομηνία ανανέωσης της άδειας: 6/2/2007

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Χρησιμοποιούμε cookies για να διασφαλίσουμε βασικές λειτουργίες του ιστοτόπου μας και να σας παρέχουμε καλύτερες υπηρεσίες.  Διαβάστε περισσότερα.

We use cookies to ensure basic functions of our website and to provide you with better services.   Read more.